singing soul-"I have crossed oceans of time to find you"και η ψυχη μου τραγουδά τ ονομα σου...
διαμαντια και μπλουζ...
♥ οταν ολοι τρεχουν κατω απ τις ομπρελες,εγω θα στεκομαι κατω απ την βροχη..
Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011
Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011
Chumbawamba - Without Reason or Rhyme
---------------------------------------------------------------------------------------------------------
I wish, I wish, but
it's all in vain
~It is a great thing that we have an
unarmed police force in this country.
It is perhaps an even greater thing
that a force that is unarmed is able to
shoot so many people.~
On hands and knees
Floors like these
Washing away
Red from gray
Hearts will ache
Shotgun-shaped
No remorse
Of course, of course
Of course there's an explanation
Why you sing without reason or rhyme
Why you sing
Without reason or rhyme
Everyone
Must be wrong
This explains
Where he lays
Hearts can kill
And they will
Filed reports
Of course, of course
Of course there's an explanation
Why you sing without reason or rhyme
Why you sing
Without reason or rhyme
Of course there's an explanation
Why you sing without reason or rhyme
Why you sing
Without reason or rhyme
I wish, I wish, but
it's all in vain
~It is a great thing that we have an
unarmed police force in this country.
It is perhaps an even greater thing
that a force that is unarmed is able to
shoot so many people.~
On hands and knees
Floors like these
Washing away
Red from gray
Hearts will ache
Shotgun-shaped
No remorse
Of course, of course
Of course there's an explanation
Why you sing without reason or rhyme
Why you sing
Without reason or rhyme
Everyone
Must be wrong
This explains
Where he lays
Hearts can kill
And they will
Filed reports
Of course, of course
Of course there's an explanation
Why you sing without reason or rhyme
Why you sing
Without reason or rhyme
Of course there's an explanation
Why you sing without reason or rhyme
Why you sing
Without reason or rhyme
Γκι Ντεμπόρ - Κάνουμε κύκλους μέσα στη νύχτα και η φωτιά μας καταβροχθίζει
Τίποτα σημαντικό δεν ανακοινώθηκε ποτέ καλοπιάνοντας ένα κοινό, ακόμη και αν αποτελείτο από σύγχρονους του Περικλέους και, μέσα στον παγωμένο καθρέφτη της οθόνης, οι θεατές δεν βλέπουν σήμερα τίποτα που να θυμίζει τους αξιοσέβαστους πολίτες μιας δημοκρατίας..>>------------------------------------------------------------------------
Οταν ο Γκυ Ντεμπόρ αυτοκτόνησε το 1994, χτυπημένος από μια ανίατη ασθένεια, οι φίλοι και οπαδοί του στην Αθήνα του απέδωσαν τις τελευταίες τιμές με έναν προσφιλή, στον ίδιο, κώδικα: οι τοίχοι στο κέντρο της πόλης γέμισαν συντροφικούς αποχαιρετισμούς, γεμάτους τρυφερότητα.
Λετριστής, ιδρυτής της Καταστασιακής Διεθνούς, κινηματογραφιστής, θεωρητικός, εκδότης περιοδικών ζύμωσης, εξ επιλογής πλάνης ανά την Ευρώπη, ο Ντεμπόρ υπήρξε ένας ζωντανός θρύλος της επανάστασης πολύ πριν από την εκούσια αποχώρησή του από τη ζωή. Πρόσωπο μυθικό για περισσότερες από μία γενιές αριστερών στην Ευρώπη, ο Ντεμπόρ σφράγισε με τη ζωή και το έργο του, που κατά τρόπο μοναδικό όσο και αξιοθαύμαστο ταυτίστηκαν, τη σκέψη και τη δράση της νεολαίας. Βαθιά καλλιεργημένος, με στέρεη ιστορική συνείδηση, οπαδός του Εγελου, του Μαρξ αλλά και του Μποντλέρ και του Λοτρεαμόν, φιλοπαίγμων και μέγας αιρετικός, αλλά και εξαιρετικά διορατικός, στα Σχόλια στην Κοινωνία του θεάματος σκιαγραφεί με εντυπωσιακή διαύγεια τα κύρια χαρακτηριστικά της εκσυγχρονισμένης θεαματικής εξουσίας: αδιάκοπη τεχνολογική ανανέωση, κρατικοοικονομική συγχώνευση, γενικευμένο μυστικό, ψεύτικο που δεν επιδέχεται αντίρρηση και οικοδόμηση ενός διαρκούς παρόντος. Την τελευταία πενταετία το ενδιαφέρον για το πρόσωπό του έχει αναζωπυρωθεί. Βιογραφίες, ρετροσπεκτίβες, ιστοσελίδες αναβιώνουν τη θεωρία και τη δράση του - ως αντίδοτο ίσως στα κακά που ο ίδιος με τόση ακρίβεια προέβλεψε.
Επίγονος υπό μια έννοια της σουρεαλιστικής υπερβολής και πρόκλησης, ο Ντεμπόρ έθεσε κύριο και μοναδικό στόχο του να κάνει καθημερινή πράξη και ποίηση την πολιτική ανατροπή. Εξεγερμένος ενάντια στην κοινωνία που γέννησε τη φρίκη δύο παγκόσμιων πολέμων, ενάντια στον καπιταλισμό, θα προσχωρήσει αρχικά στους λετριστές, θα πρωτοστατήσει στη Λετριστική Διεθνή και στη συνέχεια θα γίνει η ψυχή της Καταστασιακής Διεθνούς. Αρνούμενος καθετί προερχόμενο από την κοινωνία που απέρριπτε, ποτέ δεν σπούδασε, ποτέ δεν εργάστηκε, ποτέ δεν κατέλαβε οποιαδήποτε θέση στο σύστημα. Δική του έμπνευση αποτελεί το περίφημο σύνθημα του Μάη Μην εργαστείτε ποτέ, ένα σύνθημα ενάντια στην αλλοτρίωση της εργασίας - που έφθασε στο απόγειό της στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ως το τέλος της ζωής του θα θεωρεί μείζονος σημασίας γεγονός στη ζωή του ότι το 1953 έγραψε το εν λόγω σύνθημα με κιμωλία σε έναν τοίχο. Περιπλανώμενος, ερωτευμένος με τη ζωή, τις γυναίκες και την επανάσταση, θα είναι ένας από τους πρωτεργάτες του Μάη του '68. Στη συνέχεια όμως δεν θα διστάσει να διαλύσει την Καταστασιακή Διεθνή, για να αποφύγει την τυχόν αναδοχή της από το σύστημα, την αφομοίωσή της στο κατεστημένο.
Κινηματογραφιστής της σιωπής και του θραύσματος, θα γυρίσει επτά ταινίες, στις οποίες θα πραγματώνει το ιδεώδες του για την υπέρβαση της τέχνης: θα την καταργεί την ώρα που θα την πραγματώνει. Ολιγόλογος, ακριβολόγος, καίριος, στα βιβλία του, στην Κοινωνία του θεάματος ή στον Πανηγυρικό, στα διάφορα περιοδικά που κατά καιρούς ίδρυσε, όπως η Internationale Situationniste και το Potlatsch, στις ταινίες και στην καθημερινή του πρακτική ο Ντεμπόρ θα χρησιμοποιήσει τη διπλή μέθοδο της μεταστροφής - όπως ο Γ. Ι. Μπαμπασάκης έχει αποδώσει το ντεμπορικό detournement - και της περιπλάνησης, της derive. Με τη μεταστροφή, θα επαναδιατυπώσει ανεστραμμένες τις θέσεις γνωστών φιλοσόφων και θεωρητικών ή και απλούς κοινούς τόπους. Η περιπλάνηση θα γίνει ο τρόπος ζωής του. Από το Παρίσι στη Φλωρεντία και από την Ιταλία στην Ισπανία και πίσω στην Ωβέρνη, θα διοικεί ως «στρατηγός», όπως ήταν το παρατσούκλι του, τις διάφορες «ομάδες» του, αφανής, πανταχού παρών και αόρατος. Χορτασμένος από τον έρωτα, το ποτό, το ξενύχτι, με τη συνείδησή του ως αγωνιστή ήσυχη, όταν θα πληροφορηθεί ότι πάσχει από αλκοολική πολυνευρίτιδα και δεν έχει ελπίδες, θα προτιμήσει να αποχωρήσει όρθιος, με μια σφαίρα στην καρδιά, ερμηνεύοντας ο ίδιος την τελευταία πράξη στον μύθο του.
Η Ελλαδα και ο Σεφερης
Η Ελλάδα στην ποίηση του Σεφέρη
Στην ποίηση, εκείνου που, νομίζω, μετράει είναι αυτό τούτο το ποιητικό φορτίο και όχι ο φορτισμένος αναγνώστης, γι' αυτό θα επιχειρήσω μιάν ακόμη ανάγνωση της ποίησης του Σεφέρη παίρνοντας απόσταση από τα πεζά του (ημερολόγια κ.λ.π.), αλλά και από την πλούσια γύρω από αυτόν βιβλιογραφία, για να κρατήσω - όσο γίνεται - ανόθευτη τη ματιά μου σ' ό,τι αφορά την παρουσία της Ελλάδας στο ποιητικό του σώμα.
Στον Σεφέρη, ο προσεκτικός αναγνώστης ψηλαφεί την Ελλάδα ως παρελθόν, παρόν και μέλλον. Η χρονική αυτή σύμβαση, συμπυκνωμένη, αποτελεί τη δυναμική της ποίησής του, καθώς το οδυνηρό παρόν ανακαλεί το παρελθόν και τα δυό μαζί προβάλλονται στο μέλλον.
Η Ελλάδα ως παρελθόν είναι "αξία"βαθιά βιωμένη από τον ποιητή, ικανεί να ερμηνεύσει το παρόν, αλλά οι άνθρωποι επιμένουμε στα ίδια λάθη. Πρόσωπα-σύμβολα, θετικά ή αρνητικά, παρμένα από την Ελληνική Γραμματεία, διάσπαρτα στους στίχους του στίζουν το αυτονόητο, ότι Ελλάδα για τον ποιητή είναι κυρίως εκείνη του Ομήρου, της Τραγωδίας, των Φιλοσόφων, η Ελλάδα των Ευαγγελίων, του Ερωτόκριτου, της Κυπριακής Λογοτεχνίας, του Σολωμού, του Μακρυγιάννη, η Ελλάδα του δημοτικού τραγουδιού, των ερειπίων, του λαϊκού μας πολιτισμού.
Η Ελλάδα ως παρόν μοιάζει θρυμματισμένος καθρέπτης. Την ψαύεις με την αφή, την όραση, την ακοή. Σε άλλους ποιητές μας αποτελεί ενότητα, δηλώνεται:
Στόν Κάλβο η Ελλάδα σπαρταράει αναγεννώμενη μπρος στα μάτια του ποιητή, οι ωδές του δεν είναι παρά παραληρήματα χαράς για τη νεκραναστημένη που δονεί την ύπαρξή του σύγκορμη, καθώς ταυτίζεται μαζί της, κατά το "ελευθερία ή θάνατος".
Εγώ την λύραν κτυπάω
κι ολόρθος στέκομαι
σιμά είς του μνήματός μου
το ανοικτόν στόμα (Ευχαί)
Στον Σολωμό είναι η συνισταμένη της υλικής, πνευματικής και ηθικής δύναμης, μιά ενότητα θεϊκή ορίζουσα την ανθρώπινη οντότητα, αλλά και το πράγματι ελεύθερο άτομο:
Χαρές και πλούτη να χαθούν και τά βασίλεια κι όλα
Τίποτα δεν είναι, αν στητή μέν' η ψυχή κι ολόρθη". (Ελληνίδα μητέρα)
Κι εφώναζα ω θεϊκιά
κι όλη αίματα πατρίδα (Κρητικός)
Γιά τόν Καβάφη η Ελλάδα είναι έρωτας, "αιθερία μορφή", είναι η Αθήνα και η Σπάρτη, το "Μέγα Πανελλήνιον", "ο ένδοξός μας βυζαντινισμός", "ιδιότητα δεν έχει ο κόσμος τιμιωτέραν".
Στόν Παλαμά είναι εδαφικό ζητούμενο και ιδέα
Θεός είμαι (στίχ. από το ποίημα Όμηρος)
Δέν χάνομαι στά Τάρταρα
μονάχα ξαποσταίνω
στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω ( Ο Διγενής κι ο Χάροντας)
Στόν Σικελιανό είναι ιδέα και μεταφυσική, στόν Ρίτσο είναι "Ρωμιοσύνη", στον Ελύτη κάλλος καί φως αενάως αναγεννώμενα:
Αχ θάλασσα κάθε που ξυπνάς
πώς ξανακαινουργιώνονται όλα (Δυτικά της λύπης: Ενδυμίων)
Ο Σεφέρης βλέπει την Ελλάδα με τα μάτια ενός πρόσφυγα, η ματιά του είναι θρυμματισμένη:
Ήταν ωραία τα μάτια σου
μα δεν ήξερες πού να κοιτάξεις,
δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ
χωρίς πατρίδα (Όνομα δ' Ορέστης)
Αν είναι σωστό αυτό που λένε, πως η αληθινή πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία, κατανοούμε στίχους όπως:
ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια (Μυθιστόρημα)
τα σπίτια που είχα μου τα πήραν (Κίχλη)
Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα, τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια,
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς (Τελευταίος Σταθμός)
Ωστόσο η αναζήτηση της Ελλάδας ως παρελθόν είναι εμπειρία πικρή και επώδυνη, που του δημιουργεί υπαρξιακή αμηχανία:
Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ' ακουμπήσω. (Μυθιστόρημα)
Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες (Μυθιστόρημα)
Κάτω από την προσωπίδα ένα κενό (Ο βασιλιάς της Ασίνης)
Εκτός από την προσφυγιά που τον χάραξε, τη μελαγχολία του επιδεινώνουν γεγονότα διαλυτικά της ανθρώπινης υπόστασης: Δικτατορίες, πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος:
Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε
ν' αντικρύσετε τον ήλιο
χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε
ν' αντικρύσετε τον άνθρωπο (Κίχλη)
Κι αν σου μιλάω με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, και η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει (Τελευταίος Σταθμός)
Η Ελλάδα λοιπόν, ως παρόν απουσιάζει, η ανθρωπότητα δεν διδάχτηκε τίποτα, "της Τραγωδίας ο λόγος ο λαμπρός" είς ώτα μή ακουόντων.
Τώρα έγινε ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο (Κίχλη)
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται
στην Αττική και δεν βρίσκετα πουθενά (Μέ τον τρόπο του Γ.Σ.)
Κι αυτός ο άνθρωπος βηματίζει
τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής ( Επιφάνεια 1937)
Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
κανείς δεν ξέρει να πει γιατί
τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε
σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει
και σας μιλώ γι' αυτόν γιατί δεν βρίσκω
τίποτε που να μη το συνηθίσατε (Αφήγηση)
Ακόμη και οι άνθρωποι που αντιστέκονται δεν τον αναπαύουν, τους λείπει η αυτοεπίγνωση ή είναι ματαιωμένοι ήρωες του παραλόγου:
Οι σύντροι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ' ακρογιάλι.
Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη. (Αργοναύτες)
Λυπήσου το σύντροφο που μοιράστηκε τη στέρησή μας
και τον ιδρώτα
και βύθισε μέσα στον ήλιο σαν κοράκι πέρα απ'τα μάρμαρα
χωρίς ελπίδα να χαρεί την αμοιβή μας" (Μυθιστόρημα ΙΕ)
Περνούσαμε στης γης την πλάτη
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι (Οι σύντροφοι στον Αδη)
Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;
Ποιός είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει
Πίσω από μας; (Η μορφή της μοίρας)
Στά σκοτεινά πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε...
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά ( Τελευταίος Σταθμός)
Ωστόσο η Ελλάδα ως μέλλον ανακλάται περισσότερο φωτεινή και, μέσα στο ζοφερό παρόν, ο ποιητής έχει στιγμές που αφήνεται σε μιά αισιόδοξη διάθεση:
Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν' ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει
λίγο ακόμα,
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα (Λίγο ακόμα)
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε,
τραγούδησε...
δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη
στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου
σκοτεινή κοπέλα
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε
ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηΐδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει
στο φως (Κίχλη)
Στα Κυπριακά του ποιήματα (Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ') η Ελλάδα ως μέλλον γίνεται για τον ποιητή πεποίθηση ανθοφορίας. Το θαύμα που στην Κύπρο "λειτουργεί ακόμη", όπως γράφει, τον συγκινεί βαθιά, και η απελπισία μετατρέπεται σε ελπίδα, ότι η Ελλάδα δεν χάνεται, θα ξαναγεννηθεί κάποτε. Ίσως δεν έχει εντάξει τυχαία σ' αυτή την ποιητική ενότητα δύο ποιήματα: Μνήμη Α΄ καί Μνήμη Β΄, στά οποία είναι εμφανής η πρόθεσή του να προφητεύσει, στό πρώτο:
θα γίνει η ανάσταση μιάν αυγή.
Θα ξαναγίνει το πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει
την Αφροδίτη
είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει.
Ο τελευταίος στίχος-εδάφιο από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο: "εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει" και στο δεύτερο: Ἁδης και Διόνυσος είναι το ίδιο", από το γνωστό σπάραγμα του Ηράκλειτου: "Ωυτός Αίδης και Διόνυσος". Η φθορά, λοιπόν, κατά τον ποιητή, είνα φαινομενική, μεταμόρφωση μόνο υπάρχει, σκέψη καθαρά Ελληνική διαπερώσα όλους τους μεγάλους στοχαστές και ποιητές μας. Η Ελλάδα, ως σημαίνον και σημαινόμενο, ταυτίζεται με τον θνήσκοντα και αναστάντα θεό. Διανύουμε, λοιπόν, την περίοδο του θανάτου. Όμως ο σπόρος θα ξαναφυτρώσει. Να προσδοκά ίσως ο ποιητής μιά πλούσια καρποφορία σε παγκόσμιο επίπεδο; Κανείς δεν το αποκλείει. Σε ό,τι αφορά πάντως την Ελλάδα, ως εθνική περιπέτεια, οι παρακάτω στίχοι στενάζουν από την πικρή αποτίμηση:
Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι...
εξ άλλου, η γραμμή της ζωής; η μοίρα; η ιστορία; κκάνει ανεπηρέαστη τη δουλειά της
Γραμμή! αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης (Οι γάτες τ' άϊΝικόλα)
Στά "Τρία κρυφά ποιήματα", η πεποίθηση για μιάν αναγέννηση στο μέλλον γίνεται πιό δυναμική, επαφίεται στον Ελληνα και τη θέλησή του:
Καθώς έψαχνα σχήματα
στα βότσαλα
γυρεύοντας ρυθμούς
μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος:
"εγώ είμαι ο τόπος σου
ίσως να μην είμαι κανείς
αλλά μπορώ να γίνω αυτό
που θέλεις".
Μετά την αναγνωριστική αυτή προσέγγιση, η Ελλάδα στην ποίηση του Σεφέρη μοιάζει πολυδύναμο δέντρο με ασυνήθιστα βαθειές ρίζες, ξεροφυλλιασμένο όμως σήμερα, δίχως χυμούς᾿ μα τα βλαστάρια που ξεπετιούνται γύρω του προοιωνίζονται πλούσια ανακορμάδα κι εύρωστη, φτάνει να σκύψει ο περιβολάρης πάνω του με γνήσιο ενδιαφέρον, σωστά να το κλαδέψει και να το ποτίσει, με την επίγνωση ότι αυτό το δέντρο δίνει στο περιβόλι του όχι μόνο την παχειά ισκιάδα του, αλλά και σφρίγος και μοναδικότητα.
[Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδ. Φιλοσοφία και Παιδεία, τεύχος 34, Ιανουάριος-Απρίλιος 2005]
Στην ποίηση, εκείνου που, νομίζω, μετράει είναι αυτό τούτο το ποιητικό φορτίο και όχι ο φορτισμένος αναγνώστης, γι' αυτό θα επιχειρήσω μιάν ακόμη ανάγνωση της ποίησης του Σεφέρη παίρνοντας απόσταση από τα πεζά του (ημερολόγια κ.λ.π.), αλλά και από την πλούσια γύρω από αυτόν βιβλιογραφία, για να κρατήσω - όσο γίνεται - ανόθευτη τη ματιά μου σ' ό,τι αφορά την παρουσία της Ελλάδας στο ποιητικό του σώμα.
Στον Σεφέρη, ο προσεκτικός αναγνώστης ψηλαφεί την Ελλάδα ως παρελθόν, παρόν και μέλλον. Η χρονική αυτή σύμβαση, συμπυκνωμένη, αποτελεί τη δυναμική της ποίησής του, καθώς το οδυνηρό παρόν ανακαλεί το παρελθόν και τα δυό μαζί προβάλλονται στο μέλλον.
Η Ελλάδα ως παρελθόν είναι "αξία"βαθιά βιωμένη από τον ποιητή, ικανεί να ερμηνεύσει το παρόν, αλλά οι άνθρωποι επιμένουμε στα ίδια λάθη. Πρόσωπα-σύμβολα, θετικά ή αρνητικά, παρμένα από την Ελληνική Γραμματεία, διάσπαρτα στους στίχους του στίζουν το αυτονόητο, ότι Ελλάδα για τον ποιητή είναι κυρίως εκείνη του Ομήρου, της Τραγωδίας, των Φιλοσόφων, η Ελλάδα των Ευαγγελίων, του Ερωτόκριτου, της Κυπριακής Λογοτεχνίας, του Σολωμού, του Μακρυγιάννη, η Ελλάδα του δημοτικού τραγουδιού, των ερειπίων, του λαϊκού μας πολιτισμού.
Η Ελλάδα ως παρόν μοιάζει θρυμματισμένος καθρέπτης. Την ψαύεις με την αφή, την όραση, την ακοή. Σε άλλους ποιητές μας αποτελεί ενότητα, δηλώνεται:
Στόν Κάλβο η Ελλάδα σπαρταράει αναγεννώμενη μπρος στα μάτια του ποιητή, οι ωδές του δεν είναι παρά παραληρήματα χαράς για τη νεκραναστημένη που δονεί την ύπαρξή του σύγκορμη, καθώς ταυτίζεται μαζί της, κατά το "ελευθερία ή θάνατος".
Εγώ την λύραν κτυπάω
κι ολόρθος στέκομαι
σιμά είς του μνήματός μου
το ανοικτόν στόμα (Ευχαί)
Στον Σολωμό είναι η συνισταμένη της υλικής, πνευματικής και ηθικής δύναμης, μιά ενότητα θεϊκή ορίζουσα την ανθρώπινη οντότητα, αλλά και το πράγματι ελεύθερο άτομο:
Χαρές και πλούτη να χαθούν και τά βασίλεια κι όλα
Τίποτα δεν είναι, αν στητή μέν' η ψυχή κι ολόρθη". (Ελληνίδα μητέρα)
Κι εφώναζα ω θεϊκιά
κι όλη αίματα πατρίδα (Κρητικός)
Γιά τόν Καβάφη η Ελλάδα είναι έρωτας, "αιθερία μορφή", είναι η Αθήνα και η Σπάρτη, το "Μέγα Πανελλήνιον", "ο ένδοξός μας βυζαντινισμός", "ιδιότητα δεν έχει ο κόσμος τιμιωτέραν".
Στόν Παλαμά είναι εδαφικό ζητούμενο και ιδέα
Θεός είμαι (στίχ. από το ποίημα Όμηρος)
Δέν χάνομαι στά Τάρταρα
μονάχα ξαποσταίνω
στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω ( Ο Διγενής κι ο Χάροντας)
Στόν Σικελιανό είναι ιδέα και μεταφυσική, στόν Ρίτσο είναι "Ρωμιοσύνη", στον Ελύτη κάλλος καί φως αενάως αναγεννώμενα:
Αχ θάλασσα κάθε που ξυπνάς
πώς ξανακαινουργιώνονται όλα (Δυτικά της λύπης: Ενδυμίων)
Ο Σεφέρης βλέπει την Ελλάδα με τα μάτια ενός πρόσφυγα, η ματιά του είναι θρυμματισμένη:
Ήταν ωραία τα μάτια σου
μα δεν ήξερες πού να κοιτάξεις,
δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ
χωρίς πατρίδα (Όνομα δ' Ορέστης)
Αν είναι σωστό αυτό που λένε, πως η αληθινή πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία, κατανοούμε στίχους όπως:
ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια (Μυθιστόρημα)
τα σπίτια που είχα μου τα πήραν (Κίχλη)
Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα, τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια,
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς (Τελευταίος Σταθμός)
Ωστόσο η αναζήτηση της Ελλάδας ως παρελθόν είναι εμπειρία πικρή και επώδυνη, που του δημιουργεί υπαρξιακή αμηχανία:
Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ' ακουμπήσω. (Μυθιστόρημα)
Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες (Μυθιστόρημα)
Κάτω από την προσωπίδα ένα κενό (Ο βασιλιάς της Ασίνης)
Εκτός από την προσφυγιά που τον χάραξε, τη μελαγχολία του επιδεινώνουν γεγονότα διαλυτικά της ανθρώπινης υπόστασης: Δικτατορίες, πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος:
Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε
ν' αντικρύσετε τον ήλιο
χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε
ν' αντικρύσετε τον άνθρωπο (Κίχλη)
Κι αν σου μιλάω με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, και η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει (Τελευταίος Σταθμός)
Η Ελλάδα λοιπόν, ως παρόν απουσιάζει, η ανθρωπότητα δεν διδάχτηκε τίποτα, "της Τραγωδίας ο λόγος ο λαμπρός" είς ώτα μή ακουόντων.
Τώρα έγινε ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο (Κίχλη)
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται
στην Αττική και δεν βρίσκετα πουθενά (Μέ τον τρόπο του Γ.Σ.)
Κι αυτός ο άνθρωπος βηματίζει
τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής ( Επιφάνεια 1937)
Αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
κανείς δεν ξέρει να πει γιατί
τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε
σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει
και σας μιλώ γι' αυτόν γιατί δεν βρίσκω
τίποτε που να μη το συνηθίσατε (Αφήγηση)
Ακόμη και οι άνθρωποι που αντιστέκονται δεν τον αναπαύουν, τους λείπει η αυτοεπίγνωση ή είναι ματαιωμένοι ήρωες του παραλόγου:
Οι σύντροι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ' ακρογιάλι.
Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη. (Αργοναύτες)
Λυπήσου το σύντροφο που μοιράστηκε τη στέρησή μας
και τον ιδρώτα
και βύθισε μέσα στον ήλιο σαν κοράκι πέρα απ'τα μάρμαρα
χωρίς ελπίδα να χαρεί την αμοιβή μας" (Μυθιστόρημα ΙΕ)
Περνούσαμε στης γης την πλάτη
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι (Οι σύντροφοι στον Αδη)
Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;
Ποιός είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει
Πίσω από μας; (Η μορφή της μοίρας)
Στά σκοτεινά πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε...
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά ( Τελευταίος Σταθμός)
Ωστόσο η Ελλάδα ως μέλλον ανακλάται περισσότερο φωτεινή και, μέσα στο ζοφερό παρόν, ο ποιητής έχει στιγμές που αφήνεται σε μιά αισιόδοξη διάθεση:
Λίγο ακόμα
θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν' ανθίζουν
τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο
τη θάλασσα να κυματίζει
λίγο ακόμα,
να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα (Λίγο ακόμα)
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε,
τραγούδησε...
δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη
στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου
σκοτεινή κοπέλα
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε
ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηΐδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει
στο φως (Κίχλη)
Στα Κυπριακά του ποιήματα (Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ') η Ελλάδα ως μέλλον γίνεται για τον ποιητή πεποίθηση ανθοφορίας. Το θαύμα που στην Κύπρο "λειτουργεί ακόμη", όπως γράφει, τον συγκινεί βαθιά, και η απελπισία μετατρέπεται σε ελπίδα, ότι η Ελλάδα δεν χάνεται, θα ξαναγεννηθεί κάποτε. Ίσως δεν έχει εντάξει τυχαία σ' αυτή την ποιητική ενότητα δύο ποιήματα: Μνήμη Α΄ καί Μνήμη Β΄, στά οποία είναι εμφανής η πρόθεσή του να προφητεύσει, στό πρώτο:
θα γίνει η ανάσταση μιάν αυγή.
Θα ξαναγίνει το πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει
την Αφροδίτη
είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει.
Ο τελευταίος στίχος-εδάφιο από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο: "εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει" και στο δεύτερο: Ἁδης και Διόνυσος είναι το ίδιο", από το γνωστό σπάραγμα του Ηράκλειτου: "Ωυτός Αίδης και Διόνυσος". Η φθορά, λοιπόν, κατά τον ποιητή, είνα φαινομενική, μεταμόρφωση μόνο υπάρχει, σκέψη καθαρά Ελληνική διαπερώσα όλους τους μεγάλους στοχαστές και ποιητές μας. Η Ελλάδα, ως σημαίνον και σημαινόμενο, ταυτίζεται με τον θνήσκοντα και αναστάντα θεό. Διανύουμε, λοιπόν, την περίοδο του θανάτου. Όμως ο σπόρος θα ξαναφυτρώσει. Να προσδοκά ίσως ο ποιητής μιά πλούσια καρποφορία σε παγκόσμιο επίπεδο; Κανείς δεν το αποκλείει. Σε ό,τι αφορά πάντως την Ελλάδα, ως εθνική περιπέτεια, οι παρακάτω στίχοι στενάζουν από την πικρή αποτίμηση:
Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες
αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι...
εξ άλλου, η γραμμή της ζωής; η μοίρα; η ιστορία; κκάνει ανεπηρέαστη τη δουλειά της
Γραμμή! αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης (Οι γάτες τ' άϊΝικόλα)
Στά "Τρία κρυφά ποιήματα", η πεποίθηση για μιάν αναγέννηση στο μέλλον γίνεται πιό δυναμική, επαφίεται στον Ελληνα και τη θέλησή του:
Καθώς έψαχνα σχήματα
στα βότσαλα
γυρεύοντας ρυθμούς
μου μίλησε ο Θαλασσινός Γέρος:
"εγώ είμαι ο τόπος σου
ίσως να μην είμαι κανείς
αλλά μπορώ να γίνω αυτό
που θέλεις".
Μετά την αναγνωριστική αυτή προσέγγιση, η Ελλάδα στην ποίηση του Σεφέρη μοιάζει πολυδύναμο δέντρο με ασυνήθιστα βαθειές ρίζες, ξεροφυλλιασμένο όμως σήμερα, δίχως χυμούς᾿ μα τα βλαστάρια που ξεπετιούνται γύρω του προοιωνίζονται πλούσια ανακορμάδα κι εύρωστη, φτάνει να σκύψει ο περιβολάρης πάνω του με γνήσιο ενδιαφέρον, σωστά να το κλαδέψει και να το ποτίσει, με την επίγνωση ότι αυτό το δέντρο δίνει στο περιβόλι του όχι μόνο την παχειά ισκιάδα του, αλλά και σφρίγος και μοναδικότητα.
[Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδ. Φιλοσοφία και Παιδεία, τεύχος 34, Ιανουάριος-Απρίλιος 2005]
στον ιλιγγο της σκεψης σου.
“Πλαγιομετωπική” – ένα κείμενο της Μαλβίνας Κάραλη
“…για το πώς να μην μετατρέπεις τη συγκίνησή σου σε αίτημα”
Υπάρχει μια πάθηση που λέγεται στατικός ίλιγγος.
Στη Φυσική ορίζεται ως “εκτροπή σώματος που πέφτει ελεύθερο”.
Στη Φυσική ορίζεται ως “εκτροπή σώματος που πέφτει ελεύθερο”.
Στον έρωτα, το λένε Εξομολόγηση.
Από όταν έμαθα πως οι ερωτευμένοι κινδυνεύουν από τους χειρότερους ιλίγγους,
με όλο το σεβασμό προς τη Φυσική,
τσεκάριζα καθημερινά πάνω στα τακούνια μου το Επίπεδο Ταλάντωσης.
Το έβρισκα σταθερό, ανακουφιζόμουν κι έτρεμα.
Πως όπου να’ ναι, θα έπαυα ν’ αντιστέκομαι στη δύναμη Κοριόλις,
το επίπεδο θα άλλαζε κι εγώ θα έβλεπα τη Γη να έρχεται τα πάνω κάτω…
με όλο το σεβασμό προς τη Φυσική,
τσεκάριζα καθημερινά πάνω στα τακούνια μου το Επίπεδο Ταλάντωσης.
Το έβρισκα σταθερό, ανακουφιζόμουν κι έτρεμα.
Πως όπου να’ ναι, θα έπαυα ν’ αντιστέκομαι στη δύναμη Κοριόλις,
το επίπεδο θα άλλαζε κι εγώ θα έβλεπα τη Γη να έρχεται τα πάνω κάτω…
Υπάρχουν ερωτευμένοι που δεν γνώρισαν ποτέ τον ίλιγγο και τις σκοτοδίνες.
Είναι αυτοί που χτυπήθηκαν πάνω στους έρωτές τους,
σύμφωνα με το φυσικό νόμο της Πλάγιας Κρούσης.
Αυτοί που, αν ποτέ επιχειρούσαν την Κάθετη Πτώση, θα χάνονταν στο βυθό.
Ή θα ντρέπονταν που τους πήραν είδηση και μετά την αποκάλυψη θα έφευγαν.
Γιατί οι άρρωστοι ερωτευμένοι, οι εκ γενετής απαρηγόρητοι,
πιστεύουν πως,
όποιος αγαπάει, ξέρει και να κρύβεται από τον παραλήπτη της αγάπης του.
Αυτοί που, αν ποτέ επιχειρούσαν την Κάθετη Πτώση, θα χάνονταν στο βυθό.
Ή θα ντρέπονταν που τους πήραν είδηση και μετά την αποκάλυψη θα έφευγαν.
Γιατί οι άρρωστοι ερωτευμένοι, οι εκ γενετής απαρηγόρητοι,
πιστεύουν πως,
όποιος αγαπάει, ξέρει και να κρύβεται από τον παραλήπτη της αγάπης του.
Χιλιάδες εφευρήματα προκειμένου να κρυφτείς.
Όπως το να ισχυρίζεσαι πως ονομάζοντας τον έρωτά σου,
Όπως το να ισχυρίζεσαι πως ονομάζοντας τον έρωτά σου,
τον σχηματοποιείς, τον μεταμορφώνεις σε κάτι προβλέψιμο και αντιποιητικό…
Πως κανείς δεν πρέπει να μάθει πόσο τον αγαπάς,
γιατί μπορεί να σε τσακίσει, ή να σε υποπτευθεί,
ή και να σου καταλογίσει
πως θες να μετατρέψεις
την (αισθητικώς άψογη και υπαινικτική) ασάφεια σε δήλωση.
Πως κανείς δεν πρέπει να μάθει πόσο τον αγαπάς,
γιατί μπορεί να σε τσακίσει, ή να σε υποπτευθεί,
ή και να σου καταλογίσει
πως θες να μετατρέψεις
την (αισθητικώς άψογη και υπαινικτική) ασάφεια σε δήλωση.
Έβρισκες οπλοστάσια κουκλίτσα μου.
Οι έρωτές μας, έλεγες στα ψέματα, ,πίστεψέ με,
δεν πρέπει να πάσχουν από υπερβολική σιγουριά
αλλά από ευθραυστότητα…
Οι έρωτές μας, έλεγες στα ψέματα, ,πίστεψέ με,
δεν πρέπει να πάσχουν από υπερβολική σιγουριά
αλλά από ευθραυστότητα…
Ισχυριζόσουν ακόμα
πως τους έρωτές μας πρέπει να τους ζούμε στο σκοτάδι,
(αλλά τότε, πώς θα μπορούσες να τον επιδεικνύεις και να επαίρεσαι;)
πως τους έρωτές μας πρέπει να τους ζούμε στο σκοτάδι,
(αλλά τότε, πώς θα μπορούσες να τον επιδεικνύεις και να επαίρεσαι;)
Όλα σου τα χρόνια, πλάγιες κρούσεις ανθρώπου που ντρέπεται τον έρωτα.
Που τον φοβάσαι όσο η Κυβερνητική, γι’ αυτό και δίνει τον ορισμό:
Που τον φοβάσαι όσο η Κυβερνητική, γι’ αυτό και δίνει τον ορισμό:
“Έρωτας: καταστροφή, απορρύθμιση ενός συστήματος από ένα άλλο”.
Όλο λόγια, και πόσο με βλάπτεις έρωτά μου, αφού από όταν σ’ ερωτεύτηκα,
πηγαινοέρχομαι από την αναμονή στην απώλεια της δύναμής μου…
πηγαινοέρχομαι από την αναμονή στην απώλεια της δύναμής μου…
Ποιας δύναμης αλήθεια; Δεν ξέρεις τίποτα η άπειρη.
Μεγάλωσες, κουράστηκες, μίκρυνες, ξαναρχίζεις.
Για να ξαναμεγαλώσεις και να ξανακουραστείς.
Εξακολουθείς να τρέμεις μια ερωτική ομολογία – Κάθετη Πτώση.
Φοβάσαι τον ίλιγγο μα τώρα, πιο πολύ απ’ όλα,
φοβάσαι ένα αίσθημα αφημένο στη σιωπή…
Για να ξαναμεγαλώσεις και να ξανακουραστείς.
Εξακολουθείς να τρέμεις μια ερωτική ομολογία – Κάθετη Πτώση.
Φοβάσαι τον ίλιγγο μα τώρα, πιο πολύ απ’ όλα,
φοβάσαι ένα αίσθημα αφημένο στη σιωπή…
Και πάλι η αμφιβολία.
Αν του το πεις, μήπως ψυλλιαστεί πως στην ουσία διαμαρτύρεσαι
για τον απρόβλεπτο χαρακτήρα των αισθημάτων σου, η εγωίστρια,
για το αυτεξούσιο σου που απόλλυται;
Αν του το πεις, μήπως ψυλλιαστεί πως στην ουσία διαμαρτύρεσαι
για τον απρόβλεπτο χαρακτήρα των αισθημάτων σου, η εγωίστρια,
για το αυτεξούσιο σου που απόλλυται;
Μήπως δεν υπάρχει καμιά γλυκύτητα στην ομολογία σου,
αλλά μόνο η βίαιη επιθυμία να εγκατασταθείς μέσα στα αισθήματα του άλλου;
<!--[if !supportLineBreakNewLine]--><!--[endif]-->
αλλά μόνο η βίαιη επιθυμία να εγκατασταθείς μέσα στα αισθήματα του άλλου;
<!--[if !supportLineBreakNewLine]--><!--[endif]-->
Και, αν εξομολογείσαι τον έρωτά σου,
για να αρχίσει εκείνος ο μηχανισμός που βασίζεται στη βία της αμοιβαιότητας,
αλλά που σου χαρίζει έναν ήσυχο ύπνο;
για να αρχίσει εκείνος ο μηχανισμός που βασίζεται στη βία της αμοιβαιότητας,
αλλά που σου χαρίζει έναν ήσυχο ύπνο;
Εκεί όπου το εξομολογημένο “αγαπώ” σου
δεν θα σημαίνει εν τέλει παρά ένα επιτακτικό “αγάπα με κι εσύ”.
δεν θα σημαίνει εν τέλει παρά ένα επιτακτικό “αγάπα με κι εσύ”.
Αν δεν αντέχεις να το πεις και να μείνεις,
σκέφτομαι τελευταία,
μπορείς τουλάχιστον να το πεις
και, όχι να φύγεις – να χαθείς…
σκέφτομαι τελευταία,
μπορείς τουλάχιστον να το πεις
και, όχι να φύγεις – να χαθείς…
Ο άλλος πάντα ξέρει δραματουργικά από παρόμοιους ήρωες,
θα καταλάβει.
Πως αυτό που ζητάς όταν χάνεσαι – και όχι όταν φεύγεις –
είναι πάντα η εγκατάσταση…
είναι πάντα η εγκατάσταση…
Διάλειμμα: ο Φλωμπέρ μου:
“ξέρεις τι θα χρειαζόταν γιε μου, η γυναίκα σου η Έμμα; Βαριές δουλειές, χειρωνακτικές δουλειές.
“ξέρεις τι θα χρειαζόταν γιε μου, η γυναίκα σου η Έμμα; Βαριές δουλειές, χειρωνακτικές δουλειές.
Αν εργαζόταν, δε θα διάβαζε βλαβερά ρομάντζα και δεν θα είχε αυτή τη θολούρα στο κεφάλι…”!
Δεν τα βγάζεις πέρα κουκλίτσα μου. Παράτα τα.
Αφού η Λογική τα ερωτικά και ντροπιασμένα δεν τα καταδέχεται.
Ο πρωτότοκος γιος της Γνώσης, αν αυτό σου λέει κάτι, λεγόταν Μύθος…
Αφού η Λογική τα ερωτικά και ντροπιασμένα δεν τα καταδέχεται.
Ο πρωτότοκος γιος της Γνώσης, αν αυτό σου λέει κάτι, λεγόταν Μύθος…
Δύο ειδών ζωές μπορείς να ζήσεις,και η μία, αυτή με τις αγάπες τις μετωπικές, είναι πιο κρύα απ’το θάνατο.
Πάνω απ’ το νεκροκρέβατό σου θα ολολύζουν συντετριμμένοι φίλοι και θα ρωτάει ο ένας τον άλλο:
“Μα πώς το έπαθε; Από τι ερωτεύτηκε; Πέρυσι ακόμα ήταν καλά”…
“Μα πώς το έπαθε; Από τι ερωτεύτηκε; Πέρυσι ακόμα ήταν καλά”…
Τηλέφωνο-
” Τι γράφεις τώρα; “με ρωτάνε.
“Κάτι για το πώς να μην μετατρέπεις τη συγκίνησή σου σε αίτημα”,
απαντάω η ψεύτρα…
” Τι γράφεις τώρα; “με ρωτάνε.
“Κάτι για το πώς να μην μετατρέπεις τη συγκίνησή σου σε αίτημα”,
απαντάω η ψεύτρα…
The Valley-Diary of Dreams(album nekrolog 43)
Deep down in this river
Im sure Id be free
I know I would shiver
And surely could not see a thing
But maybe all that matters not
I might even remember what I forgot
The reason of it and of it all
The rise and yes for sure also the fall
Let go of me, my friend
You do not understand
The pain Im going through
Is only because of you
So dark is my light
My demons were so right to leave me here
So painful my fight
As every night when I lay down to sleep
I listen to my heart
Expecting it to stop its beating
But every morning sun
Wakes up the sadness in me once again
You see now how it ends
I lay it in your hands
Take care of it my friend
In case you understand
![]() |
| ποσο γρηγορα περνα ο καιρος μας...αγαπη μου |
Im sure Id be free
I know I would shiver
And surely could not see a thing
But maybe all that matters not
I might even remember what I forgot
The reason of it and of it all
The rise and yes for sure also the fall
Let go of me, my friend
You do not understand
The pain Im going through
Is only because of you
So dark is my light
My demons were so right to leave me here
So painful my fight
As every night when I lay down to sleep
I listen to my heart
Expecting it to stop its beating
But every morning sun
Wakes up the sadness in me once again
You see now how it ends
I lay it in your hands
Take care of it my friend
In case you understand
ΑΓΑΠΗ
Έτσι λέει ο μογγολικός μύθος: από τις διαφορετικές φύσεις γεννιέται η αγάπη..Με την αντιπαράθεση η αγάπη γίνεται πιο δυνατή.Με τη σύγκρουση και τη μεταμόρφωση η αγάπη συντηρείται..... Η αγάπη είναι άγρια δύναμη.Όταν προσπαθούμε να την ελέγξουμε, μας καταστρέφει..Όταν προσπαθούμε να την φυλακίσουμε, μας κάνει σκλάβους.Όταν προσπαθούμε να την κατανοήσουμε, μας αφήνει χαμένους και μπερδεμένους..."P.Coelho
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




