διαμαντια και μπλουζ...

διαμαντια και μπλουζ...
♥ οταν ολοι τρεχουν κατω απ τις ομπρελες,εγω θα στεκομαι κατω απ την βροχη..

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

η διπλη οψη της Μοναξιας..

Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΗΡΩΣ
Συνηθίζουμε να λέμε πως η Μοναξιά είναι η αρρώστια της εποχής μας
. Πως το αίσθημα της μοναξιάς είναι καρπός μιας εποχής, όπου ή κοινωνία ογκώθηκε κι απλώθηκε τόσο πολύ, ώστε οι άνθρωποι έχασαν την έπαφή αναμεταξύ τους και, οδηγημένοι από έναν απάνθρωπο αγώνα αυτοσυντήρησης, περιχαρακώθηκαν στο άτομό τους και κηρύχθηκαν σε κατάσταση «ψυχρού πολέμου» μόλους τους γύρω τους.
Αλλά ή Μοναξιά δεν είναι εφεύρημα του καιρού μας
. Από πάντα και, θαρρώ, για Πάντα συντροφεύει τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο της ζωής καί, φυσικά, τα πρόσωπα του θεάτρου. Μόνο που κάθε εποχή της δίνει το δικό της νόημα : Στις μεγάλες ώρες της ανθρώπινης πορείας, η Μοναξιά αγγίζει το μεγαλείο. Στις μικρές, φτάνει ως την αθλιότητα.
Αυτή η διπλή όψη τής Μοναξιάς είναι το θέμα τούτης της ομιλίας
.
􀂔
Σ
ένα απτα έργα της ωριμότητάς του, στον Εχθρό του λαού, ο Ερρίκος Ibsen : «Ο πιο δυνατός άνθρωπος στον κόσμο, είναι ο πιο μοναχικός». Κι ο φιλόσοφος της απαισιοδοξίας, ο Schopenhauer, προσθέτει : «Η μοναξιά είναι η μοίρα όλων των μεγάλων πνευμάτων». Αυτή η «μοίρα», η καρπερή μαζί και οδυνηρή, η περήφανη και πικρότατη, σφραγίζει τις μεγάλες μορφές, όχι μόνο της ζωής αλλά και της σκηνής, απτην ώρα που το φως του Νου χάραξε στο ανθρώπινο γένος κι απτην ώρα που ο πυρσός του Διόνυσου φλόγισε την πρώτη θυμέλη.
Η μοναξιά των μεγάλων είναι τ
της ζωής
αναπόφευκτα «λύτρα» που πληρώνουν για το «μέγεθός» τους. Ξεχωρίζουν απτους άλλους όμως είναι καί μόνοι απτους άλλους. Η ίδια η λέξη που μεταχειρίζονταν οι αρχαίοι η λέξη Ήρως και που έχει επιζήσει στη θεατρική μας γλώσσα, το υποδηλώνει : Τον καιρό του Ομήρου, «ήρως» έσήμαινε πολεμιστής Ήρωες Δαναοί»). Έπειτα όμως, έσήμαινε εκείνον που διακρινόταν για το γένος του, τη δύναμή του, την ανδρεία του. Εσήμαινε, προπάντων, εκείνον που πραγμάτωνε το ιδανικό των Ελλήνων : την Αρετή. Και η ελληνική Αρετή δεν είχε το σημερινό στενό χριστιανικό νόημα, δεν ήταν απλή ηθική ακεραιότητα. Ήταν τελειότητα πνευματική, ηθική, ψυχική και σωματική μαζί. Ήταν το πιο δυσπρόσιτο, αλλά και το πιο ακριβό αγαθό , «πολύμοχθος γένει βροτείω», αλλά και «θήραμα κάλλιστον βίω», όπως λέει ο Αριστοτέλης στο θαυμάσιον Ύμνον εις Ερμείαν.
Διάκριση
, όμως, υπεροχή, αρετή, θα πει και απομόνωση. Οι «εξέχοντες» αυτοί συγκέντρωναν στο άτομό τους τα χαρίσματα του συνόλου πολλαπλασιασμένα, ένιωθαν στις φλέβες τους τον παλμό του συνόλου πολύ πιο καθαρά από εκείνο το ίδιο. Αλλά το σύνολο, το πολυκέφαλο, μυριόψυχο σύνολο, δεν μπορούσε να υψωθεί ούτε ως την αρετή τους, ούτε ως τη διορατικότητά τους. Και τους άφηνε ερημικούς κι ασυντρόφευτους, ναναφωνούν όπως ο Μωυσής του Alfred de Vigny : «Αλίμονο, Κύριε, είμαι δυνατός κι ολομόναχος!» (Hélas! Je suis, Seigneur, puissant et solitaire…).
Μ
αυτούς τους ανθρώπους αληθινούς «ήρωες», στη διπλή σημασία τής λέξης και μόνο μαυτούς ασχολήθηκε η Τραγωδία. Και δέν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Η φύση της και η αποστολή της το επέβαλλαν. Αλλά, εδώ, χρειάζεται μια σύντομη επεξήγηση.
􀂔
Ποιο είναι το μόνιμο θέμα της ελληνικής τραγωδίας
; Ο ανθρώπινος πόνος. Τούτο, στην πρώτη ματιά, μπορεί να φαίνεται περίεργο. Γιατί οι Έλληνες, απόλους τους λαούς του αρχαίου κόσμου, ήταν οι πρώτοι και οι μόνοι που ένιωσαν την αξία και τη χαρά τής ζωής. Οι Αιγύπτιοι, οι Ινδοί, είχαν για κύρια απασχόλησή τους το θάνατο. Λαοί που ζούσαν μέσα στην αθλιότητα, τη μιζέρια, την υποδούλωση, κατευθύνονταν απτους αφέντες τους ιερείς και ηγεμόνες να μη σκέφτονται τα θλιβερά εγκόσμια, αλλά να ετοιμάζονται για τη «μεταθανάτια ευτυχία». Αντίθετα, οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι που είδαν πως η ζωή κι ο κόσμος γύρω τους ήταν όμορφοι. Και τα γεύονταν και τα χαίρονταν με το νου και τις αισθήσεις τους όλες. Οι Αιγύπτιοι έβρισκαν πως οι Έλληνες «αεί παίδες εισί», μυκτηρίζοντας, αλλά και μακαρίζοντας μαζί, την ανέσπερη νεανικότητά τους. Τι τους ένοιαζε, όμως, τους Έλληνες, η ρυτιδωμένη «σοφία» Των υπερπόντιων γειτόνων τους; Εκείνοι είχαν ανοίξει τα μάτια τους στο θαύμα του κόσμου, της ζωής, του εαυτού τους.
Κι αυτή την ομορφιά
, αυτή τη χαρά, τις ανακάλυψαν επειδή ήταν ελεύθεροι. Ελεύθερα να ζήσουν, ελεύθεροι να γευτούν τη ζωή όπως ήθελαν. Στις μικρές τους πόλεις κράτη, δεν υπάκουαν στην ανεξέλεγκτη θέληση των ιερέων και των βασιλιάδων, όπως οι λαοί της Ασίας. Γιαυτούς, μόνος αφέντης ήταν οι Νόμοι. Οι Νόμοι πού έφτιαχναν οι ίδιοι.
Και
, όντας ελεύθεροι από κάθε λογής τυράννους, χρησιμοποίησαν την Ελευθερία τους για τον υψηλότερο σκοπό : για να σκέφτονται. Στους άλλους λαούς, οι αφέντες σκέφτονταν για λογαριασμό του πλήθους. Στην Ελλάδα, κάθε πολίτης σκεφτόταν για τον εαυτό του. Άλλοι λαοί, άλλοι αιώνες έκαναν τρανές ανακαλύψεις. Οι Έλληνες, όμως, έκαναν την πρώτη και σπουδαιότερη : ανακάλυψαν το Νου, την Ελεύθερη Σκέψη. Ο προσωκρατικός φιλόσοφος Αναξαγόρας αυτόν το Νου λογάριαζε γιαρχή της Δημιουργίας, κέλεγε πως όλα βρίσκονταν μέσα σε χάος ώσπου υψώθηκε ο Νους κέφερε τάξη, ο Νους που κυβερνά όλα όσα έχουν ψυχή, το «λεπτότατον και καθαρότατον» και ισχυρότατον όλων των πραγμάτων. Κι ο Ευριπίδης έλεγε πως «δούλος είνεκείνος που δεν μπορεί να πει ελεύθερα τη σκέψη του».
Έτσι
, η αληθινή θρησκεία των Ελλήνων δεν ήταν το Δωδεκάθεο του Ολύμπου. Αλλά η λατρεία της Ζωής και του Πνεύματος, η χαρά του Σώματος και του Νου. Γιαυτούς, το σώμα και το πνεύμα δεν ήταν εχθροί, αλλά σύντροφοι. Ποτέ δεν αρνήθηκαν τη σπουδαιότητα του σώματος, μα είχαν τη δυνατότητα νανασύρουν απαυτό το πνευματικό νόημά του. Ο Σωκράτης, που διαπρέπει στον πόλεμο, στα γυμναστήρια, στα συμπόσια, δεν είναι μια περίπτωση, αλλά ένα σύμβολο : Ο σοφότατος των Ελλήνων δεν ήταν χλωμός ποντικός της βιβλιοθήκης και του σπουδαστηρίου. Υπόδειγμα ευψυχίας και σωματικής αλκής, ακατάβλητος στο φαΐ και στο πιοτό, έβρισκε, σαν αληθινός Έλληνας, την ισορροπία του σώματος και της σκέψης, της σωματικής ηδονής με την πνευματική ηδονή.
Τέλειος άνθρωπος
, για τους αρχαίους, ήταν εκείνος που τίποτα το ανθρώπινο δεν του ήταν ξένο, και που ασκούσε όσο έπρεπε κι όπως έπρεπε τις ανθρώπινες αρετές και ιδιότητες. Μαυτή την τελειότητα, μαυτή την πληρότητα, ο άνθρωπος μεταμορφωνόταν σε Θεό πολύ πιο αληθινό, πολύ πιο δυνατό και πολύ πιο «χρήσιμο» απτα είδωλα του Ολύμπου.
􀂔
Για ένα λαό που λάτρευε έτσι τη χαρά της ζωής
, μπορεί όπως είπα να φαίνεται παράξενο ότι αφιέρωσε έναπτα υψηλοτέρα δημιουργήματά του, την Τραγωδία, στον ανθρώπινο πόνο. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα παράξενο ή αντιφατικό σαυτό.
Οι Έλληνες χαίρονταν την ομορφιά της ζωής
ποιητές τους τραγουδούσαν τη
, αλλά το διαπεραστικό τους βλέμμα δεν είχε ψευδαισθήσεις. Ήξεραν πόσο «γλυκιά» είναι η ζωή, μα έβλεπαν και πόσο πικρή ήταν ταυτόχρονα. Οι μαγεία του κόσμου. Οι φιλόσοφοι αναζητούσαν την αλήθεια για τον κόσμο αυτόν. Κιόταν «το πνεύμα της έρευνας συναντήθηκε με το πνεύμα της ποίησης, γεννήθηκε η τραγωδία», όπως πολύ ωραία λέει ο W. Macneile Dixon. Η Τραγωδία που εκφράζει την ποιητική λατρεία για την ζωή, μα και τη φιλοσοφική ανατομία της ζωής. Ενώνοντας το λυρικό με το φιλοσοφικό στοιχείο, οι Έλληνες έπλασαν το δραματικό κάλλος. «Στην τραγωδία, η ομορφιά είναι αλήθεια, η αλήθεια ομορφιά», λέει προσφυέστατα η γεραρή ελληνίστρια Edith Hamilton.
Οι Έλληνες τραγικοί
ποιητές μαζί και φιλόσοφοι είδαν πως η ζωή είναι μια αδιάκοπη εναλλαγή και μια αρμονική συνύπαρξη από φως και σκοτάδι, από χαρά και λύπη, από ζωή και θάνατο. Κι αναζήτησαν το νόημα αυτής της διπλής όψης της.
Ξεκίνημά τους ήταν
δεν μπορούσε παρά να είναι ο πόνος κι ο θάνατος, αφού η Τραγωδία γεννήθηκε απτις γιορτές του Διόνυσου, που υμνούσαν κι αναπαράσταιναν τις περιπέτειες, τους πόνους, το θάνατο και την ανάσταση του Βάκχου. Σαν «εξανθρωπίστηκε» η Τραγωδία, συνέχισε ναναπαρασταίνει τις περιπέτειες, τους πόνους και το θάνατο των ανθρώπων πια. Μα όχι όποιων ανθρώπων. Μην ξεχνάμε πως το Αρχαίο Δράμα ήταν μέρος της ελληνικής θρησκείας και συνέχιζε τη λατρεία ενός Θεού. Ακόμα κι όταν τη θέση του θεού την πήραν θνητοί, έπρεπε οι άνθρωποι αυτοί νάχουν κάτι το «θεϊκό» μέσα τους. Και τι πιο θεϊκό υπάρχει απτην ανθρώπινη ψυχή, όταν είναι άξια του ονόματός της; Έτσι η Τραγωδία έφερε στη σκηνή τον πόνο των μεγάλων ψυχών. Αυτών η οδύνη κι ο θάνατος αποτελεί «μέγιστον μάθημα». Γιατί ή μεγάλη ψυχή, πονώντας και πεθαίνοντας, μεταμορφώνει το θάνατο και τον πόνο σε γνώση, σε ευγένεια, σε μεγαλείο καταλύει την οδύνη και τον αφανισμό, κάνει το θάνατο αθανασία.
Δε θάπρεπε όμως να νομιστεί πως
, λέγοντας «μεγάλες ψυχές», εννοούμε αγίους κι αναμάρτητους. Ο απόλυτα άσπιλος άνθρωπος (αν υπάρχει), ο απόλυτα αθώος (αν υπάρχει), δεν μπορεί να είναι δραματικό πρόσωπο. Γιατί ο πόνος κη δυστυχία του μοιάζουν μεγκληματική αδικία, που δε συγκινεί, δεν προκαλεί τον έλεο και το φόβο και την κάθαρση, αλλά εξοργίζει. Δραματικό πρόσωπο, τραγικός ήρως, είνεκείνος που στέκει ψηλότερα πτους κοινούς ανθρώπους, είναι «βελτίων», καλύτερος από μας, αλλά πέφτει από την ευτυχία όπου βρίσκεται σε δυστυχία, εξαιτίας κάποιου μεγάλου του σφάλματος, «διάμαρτίαν μεγάλην», όπως λέει ό Αριστοτέλης. Η μεγαλοσύνη των ανθρώπων αυτών δεν είναι τόσο η «δόξα και η ευτυχία» τους (όπως λέει πάλι ό Σταγειρίτης), όσο η ικανότητά τους να σκέφτονται και να δρουν πιο υπεύθυνα απτους άλλους, να νιώθουν τη χαρά και η λύπη πιο έντονα απτους άλλους, ναγαπούν και να θυσιάζονται πιο αλογάριαστα απτους άλλους, να πάσχουν πιο βαθειά απτούς άλλους.
Αυτό τους κάνει
μοναδικούς, κι αυτό τους κάνει μοναχικούς. Από το ίδιο το «μέγεθός» τους, οι μεγάλες ψυχές είναι όπως είπαμε μόνες. Πάσχοντας, απομονώνονται ακόμα πιο πολύ. «Ο πόνος όπως ωραία ειπώθηκε εξατομικεύει τον άνθρωπο περισσότερο από κάθε τι άλλο στη γη». «Πάσχω, θα πει είμαι μόνος». Αλλά μια μεγάλη ψυχή που πάσχει, όντας μόνη, συγκεντρώνει μέσα της τη μοναξιά όλων των ανθρώπων κάθε καιρού και κάθε τόπου, γίνεται έκφραση και σύμβολο του πανανθρώπινου πόνου.
􀂔
Η έλληνική Τραγωδία είναι γεμάτη από τέτοιους μοναχικούς ήρωες
. Ο πρώτος κιόλας αληθινός «χαρακτήρας» τhς παγκόσμιας δραματουργίας, o Ετεοκλής στους Επτά επί Θήβας του Αισχύλου, είναι μόνος. «Εις Ετεοκλής», λέει ο ίδιος για τον εαυτό του. Αγωνίζεται κείνέτοιμος να πεθάνει και πεθαίνει γιά την πατρίδα του, τη Θήβα, χωρίς κανέναν κοντά του να νιώσει και να συμμεριστεί τον περήφανο οίστρο του... Ο Προμηθέας, δεσμώτης πάνω στον Καύκασο, είναι ολομόναχος, καταραμένος απτούς Θεούς που τους «πρόδωσε» για χάρη των ανθρώπων, αγνοημένος απτους ανθρώπους που για χάρη τους αρνήθηκε τους Θεούς... Ακόμα κη Ηλέκτρα κι ο Ορέστης είναι μόνοι. Μόνοι, ο καθένας με το πάθος του ή με το χρέος του γιαυτό κη ικανοποίηση του πάθους ή η εκπλήρωση του χρέους, αντί να τους γαληνέψει και να τούς ενώσει, τους χωρίζει με νέα δεινά.
Μόνη είναι κ
η Αντιγόνη, η κόρη με τη «θερμή καρδιά», μόνη με το χρέος της απέναντι στο νεκρό αδερφό της. Απαρνιέται τη γυναικεία φύση της, ξεπερνά τους άντρες σε μανία καθήκοντος, αποκτά υπεράνθρωπες διαστάσεις, και κανένας, ούτε η ίδια η αδερφή της, δεν μπορεί να συμμεριστεί την περήφανη μοναξιά της... Μόνος είναι κι ο Οιδίπους, αυτός ο χωρίς γονιούς, συμβολικά ολομόναχος άντρας, ο «μηδέν ειδώς», που έφτιαξε η ζωή του απαρχή μονάχος, με σκέψη και δύναμη, λαμπρή έκφραση της ανθρώπινης ωριμότητας και πληρότητας. Αυτή του η «πληρότητα», που τον κάνει μοναδικό στην ευτυχία του, τον κάνει και μοναχικό στη δυστυχία του, χωρίς κανένα για να σηκώσει μαζί του την αβάσταχτη συμφορά του και την άφταιγή του μιαρότητα...
Μόνη είναι κ
έντασή του
η Μήδεια, μόνη η βάρβαρη αυτή ανάμεσα στους Έλληνες, μόνη με το άγριο, εκδικητικό πάθος της προδομένης γυναίκας, που κανένας γύρω της δεν μπορεί να νιώσει την έκταση και την ... Μόνος κι ό Ιππόλυτος με την αγνότητά του, μόνη η γριά Εκάβη με τους θρήνους για τα νεκρά παιδιά της και το εκδικητικό μίσος της, μόνη η νεαρή Ιφιγένεια που βαδίζει με παρθενική αυταπάρνηση προς το βωμό της Αυλίδας...
􀂔
Μα δε χρειάζεται να συνεχίσω με παραδείγματα
. Εκείνο όμως που πρέπει να τονιστεί είναι τούτο : πως όλοι αυτοί οι τραγικοί ήρωες είναι μόνοι επειδή διαφέρουν, επειδή υπερέχουν απτους άλλους ανθρώπους. Το πνεύμα τους ή το ήθος τους, το πάθος τους ή η ευγένειά τους, η «αμαρτία» τους ή η αγνότητά τους, η αίσθηση του χρέους ή η υπερηφάνεια τους, στέκουν πάνω απτα μέτρα των κοινών ανθρώπων. Καθένας τους οιστρηλατείται από μιαν ιδέα, μιαν ορμή, ένα πάθος, και τακολουθεί ακράτητος ως το τέλος, ως τη θυσία, την καταστροφή, το θάνατο. Τα κίνητρά τους, τα αισθήματά τους είναι όλότελα ανθρώπινα. Μόνο πού, αυτοί, δεν κάνουν τους συμβιβασμούς των καθημερινών ανθρώπων, έχουν τη δύναμη και η συνέπεια ναψηφήσουν το καθετί για νάναι ως το τέλος αληθινοί με τον εαυτό τους. Γιαυτό είναι μόνοι. Η Μοναξιά τους είναι η μοναξιά των μεγάλων εκείνων που κατασκευάζουν μόνοι τη Μοίρα τους καί μόνοι την ακολουθούν ως το αναπότρεπτο πια τέρμα της.
􀂔
Αυτή τη
Μοναξιά της υπεροχής σε αρετές, σε «αμαρτία», σε πόνο, δε θα τη συναρτήσουμε (σε τόση ένταση και σε τόσο ύψος, τουλάχιστο) παρά στο Ελισαβετιανό θέατρο.
Κι όχι μόνο στον Σαίξπηρ
. Λίγο νωρίτερα, ό Christopher Marlowe έπλαθε έναν τραγικό ήρωα τον Δόκτορα Φάουστο αντάξιο σε μοναχικότητα με τους ήρωες των Ελλήνων. Γιατί κι ο Δόκτωρ Φάουστος είναι μόνος με την απέραντη φιλοδοξία του να ξεπεράσει την ανθρώπινη δύναμη, μόνος απέναντι στη στρατιά των πνευμάτων του κακού, που τον περικυκλώνουν.
Αλλά
, φυσικά, την κορυφαία έκφραση «αυτής της μοναχικότητας την έδωσε και πάλι ο κορυφαίος όλου του νεότερου θεάτρου, ο Σαίξπηρ. Απτα νεανικά του κιόλας έργα, προβαίνουν οι πρώτοι μοναχικοί του ήρωες : Ο Ριχάρδος Γ΄ είναι μόνος με την ασκήμια και τη σατανικότητά του... Μόνος είναι κι ο αντίποδάς του, ο Ριχάρδος Β΄, αυτός ο αναποφάσιστος βασιλιάς - ποιητής, που γίνεται παίγνιο στα χέρια του Μπόλινμπροκ... Μόνοι είναι κι οι δυο εραστές της Βερόνας, μόνοι με τα νιάτα τους σένα Κόσμο γέρων, μόνοι με τον έρωτά τους σέναν κόσμο μίσους... Μόνος κι ο Βρούτος του Ιουλίου Καίσαρα, με τον ευγενικό αλλά και ανεδαφικό ιδεαλισμό του, ανάμεσα στους πρακτικούς συνωμότες του συμφέροντος.
Ακόμα πιο γυμνή αναφαίνεται η Μοναξιά των ηρώων στα μεγάλα έργα της ωριμότητας του Σαίξπηρ
. Ο Οθέλλος είναι μόνος με την απλοϊκή του εντιμότητα, με τον έρωτά του τον κραταιό σαν το θάνατο και τη ζήλεια του τη ζοφερή σαν τον Άδη... Ο Μάκβεθ και η Λαίδη Μάκβεθ είναι μόνοι με την απληστία και τη δαιμονικότητά τους... Μόνοι είναι κι ο Αντώνιος κι η Κλεοπάτρα, με τον ακράτητο, «υπεράνθρωπό» τους έρωτα στο ηλιοβασίλεμα.
Αλλά οι πιο τραγικά μόνοι είναι κι οι πιο μεγάλοι
: Ο Ληρ και ο Άμλετ. Ο γέρο βασιλιάς, ο τυφλωμένος απτην εγωπάθειά του, παρατημένος απτις ίδιες του τις κόρες, συρμένος ως την εξαθλίωση και την παράκρουση, είναι ολομόναχος μέσα στην απόγνωση, την ταπείνωση, τη μανιασμένη φύση. Όπως οι ήρωες της Ελληνικής Τραγωδίας, έχει υποπέσει κι αυτός στην «αμαρτία», στην «ύβρη» της περηφάνιας, και, μέσαπτον πόνο και τη μοναξιά, κερδίζει γνώση, αγάπη και γαλήνη.
Κι ό νεαρός
«μελαγχολικός» πρίγκιπας της Δανίας, που δυναστεύεται απτο χρέος να εκδικηθεί τον πατέρα του, αλλά κι απτην αμφιβολία μπροστά στην εκπλήρωση αυτού του χρέους, είναι κεκείνος μόνος. Μόνος με την εσωτερική του πάλη ανάμεσα στη βία που του επιβάλλει το καθήκον κη λογική, και στην απέχθεια του για τη βία που το υπαγορεύει η ευαίσθητη, ευγενική ψυχή του. Ολόγυρά του, μια μητέρα - σκεύος προδοσίας, φίλοι αδύναμοι, μια αγαπημένη που δεν μπορεί να συμμεριστεί την αγωνία του. Κανένας, για να νιώσει όπως αυτός, με την ίδιαν οξύτητα, το άγριο σπιρούνισμα του χρέους, και με την ίδιαν οδύνη την αδυναμία μπροστά στην εκπλήρωσή του. Κανένας, που νάχει τη δική του πνευματική όραση και τη δική του ψυχική ευπάθεια. Μένει μοναδικός σε αρετές και μοναχικός στον εσωτερικό βασανισμό του.
􀂔
Η πιο γνήσια μεγαλοφυΐα του γαλλικού
«κλασικισμού», o Μολιέρος, έδωσε άλλη χροιά στη μοναξιά των θεατρικών ηρώων. Σατιρίζοντας και διακωμωδώντας τα ανθρώπινα ελαττώματα (με το σκοπό, όπως λέει, να τα διορθώσει), υποδηλώνει την απομόνωση όπου τα ελαττώματα αυτά οδηγούν. Δεν πρόκειται πια για μεγάλες, εξαιρετικές ψυχές που «αμαρτάνουν» και πάσχουν, αλλά για «αρρώστιες» του ανθρώπινου χαρακτήρα, που άμα απλωθούν και τον κατακυριεύσουν, τον γελοιοποιούν και τον απομονώνουν απτο κοινωνικό περιβάλλον. Ή μοναξιά των μολιερικών ήρώων είναι κι αυτή «πανανθρώπινη», όχι όμως από το μέγεθος και την ένταση του πάθους τους, αλλά από την «κοινότητα» του ελαττώματος που τους δυναστεύει.
Τέτοια είναι η μοναξιά του Ταρτούφου
, μόνου με την ασελγή απληστία και υποκρισία του, ή του φιλάργυρου Harpagon, μόνου με το τυφλό κι αχόρταγο πάθος του για το χρήμα. Πιο περίπλοκη είναι η μοναξιά του Δον Ζουάν, που ο αθεϊσμός και η απάρνηση της συμβατικής ηθικής, η «κατακτητική» του δίψα και η απογοήτευσή του μετά από κάθε κατάκτηση, ο ασίγαστος πόθος του για το απρόσιτο και το απραγματοποίητο, τον απομονώνουν απόλους τους γύρω του, και προπάντων απτις γυναίκες που τόσο τον αγάπησαν και τόσο δεν αγάπησε. Τέλος, ο μισάνθρωπος Alceste είναι μίγμα αρετών και ελαττωμάτων, ή καλύτερα αρετής που, στην υπερβολή της, καταντάει ελάττωμα : η περιφρόνησή του για το κοινωνικό ψέμα είναι τόσο αδιάλλακτη, που τον απομονώνει απτην κοινωνία, ακόμα κι απτον έρωτα. Και δεν του αφήνει άλλο καταφύγιο απτην ερημιά, όπου, και μόνο, «μπορείς να είσαι ειλικρινής και τίμιος...».
􀂔
Το ρομαντικό θέατρο
, στην προσπάθειά του να ξαναβρεί το ύφος και το πάθος των σαιξπηρικών έργων, ξαναγυρίζει, κατά κάποιον τρόπο, στη μοναξιά των ήρώων του μεγάλου ελισαβετιανού. Κεδώ, ευγενικές και γενναίες ψυχές αντιμετωπίζουν δοκιμασίες και οδύνες, που τους υψώνουν και τους χωρίζουν απτο «πλήθος».
Ο Φάουστ
, ολομόναχος ανάμεσα στην «άχρηστη» σοφία του, πουλάει την ψυχή του στο Μεφιστοφελή, για να γνωρίσει μια στιγμή απόλυτης ευτυχίας. Και θα πρέπει να φτάσει στο τέρμα της ζωής του, για νανακαλύψει πως την ευτυχία αυτή, που δεν του τη χάρισαν ούτε ο έρωτας, ούτε η ομορφιά, ούτε η τέχνη, μπορεί να του ή δώσει μόνο η αυταπάρνηση για τους άλλους ανθρώπους αυτή που, τελικά, καταλύει και η μοναξιά του.
Χαμηλότερη σε πνευματική αγωνία
, μα εντονότερη σε πάθος είναι η μοναξιά των ηρώων του Schiller : του Δον Κάρλος, προπάντων, που η μοναξιά της επαναστατικής ορμής του και του ανεκπλήρωτου έρωτά του, δε μπορεί να τη μετριάσει ούτε η αφοσίωση του νηφάλιου φίλου του Μαρκήσιου Πόζα... Ή η μοναξιά του πολέμαρχου Wallenstein, με την άμετρη περηφάνια και την ακόρεστη φιλοδοξία του. Ή, τέλος, η μοναξιά των δύο εραστών της Λουΐζας Μίλλερ, που συντρίβονται ανάμεσα στην νεανική τους αθωότητα και στην «αριστοκρατική» ραδιουργία.
􀂔
Καιρός
, όμως, να έρθουμε στους ήρωες της εποχής μας. Είναι κι αυτοί οι περισσότεροιμόνοι. Αλλά πόσο διαφορετικά μόνοι απτούς ήρωες του κλασικού Θεάτρου!
Είπαμε προτήτερα πως η μοναξιά των ηρώων της Τραγωδίας είναι η μοναξιά των μεγάλων
, που μένουν απομονωμένοι απτους άλλους, επειδή τους ξεπερνάνε σε αρετές, σε «αμαρτία», σε πόνο. Οι ήρωες του σύγχρονου θεάτρου είναι μόνοι, όχι επειδή υπερέχουν, μα αντίθετα επειδή υστερούν απτους άλλους.
Οι ήρωες της κλασικής τραγωδίας είναι πεμπτουσία αρετών
, σφαλμάτων, συναισθημάτων, κοινών σε κάθε άνθρωπο, αλλά στην πιο ψηλή, στην πιο οξεία τους μορφή. Οι ήρωες του σύγχρονου δράματος είναι «παθολογικές» ατομικές περιπτώσεις, που η πειστικότητά τους στηρίζεται περισσότερο στην αλήθεια της περιγραφής παρά στην οικουμενικότητα του πάθους τους... Στην τραγωδία, μεγάλες ψυχές γκρεμίζονται από ψηλά, κη πτώση τους είναι ποινή για λάθη μεγάλα σαν το ανάστημά τους. Στο σύγχρονο δράμα, μικρές ψυχές έρπουν καταγής, και βουλιάζουν όλο και βαθύτερα, επειδή η αδυναμία τους δεν μπορεί να τις κρατήσει ούτε καν στην επιφάνεια του βάλτου... Στην τραγωδία, ο πόνος των μεγάλων μεταμορφώνεται σε μεγαλείο, που δίνει υψηλή «ηδονή» στο θεατή. Στο σύγχρονο δράμα, ο πόνος των μικρών μένει αμετουσίωτος πόνος, και προκαλεί τη λύπηση και τη μελαγχολία μόνο... Οι ήρωες της τραγωδίας είναι μόνοι, επειδή οι άλλοι δε φτάνουν το μέγεθος του μεγαλείου και του πόνου τους. Οι ήρωες του σύγχρονου δράματος είναι μόνοι, επειδή οι ίδιοι στέκουν κάτω ή έξω απτους κοινούς, μέσους ανθρώπους... Οι πρώτοι είναι μόνοι σαν τα βουνά και τα σύννεφα. Οι δεύτεροι είναι μόνοι σαν τους ασπάλακες.
Ο ίδιος ο
Ibsen έχει να προσφέρει ένα πλήθος τέτοιους ήρωες, μοναχικούς στο περιθώριό τους. Ο Πέερ Γκυντ είναι μόνος με τον εγωκεντρισμό του, το φιλήδονο χαροκόπι του, την αδιαφορία του για κάθε ηθικό νόμο... Η Κυρία Άλβιγκ των Βρικολάκων είναι μόνη με το φοβερό μυστικό της, επειδή θυσίασε τη ζωή της σένα ψέμα και σε μια σύμβαση... Μόνος είναι κι ο Γιάλμαρ Έκνταλ της Αγριόπαπιας, μέσα στην οικτρή του γελοιότητα και στην οικτρότερη κωμωδία που παίζει στους άλλους και στον εαυτό του... Κι ο Ρόσμερ και η Ρεβέκκα του Ρόσμερσχολμ στέκουν μόνοι, επειδή δε μπορούν να λυτρωθούν απτις ιδεοληψίες και τις αδυναμίες τους... Την Έντα Γκάμπλερ την απομονώνει απτους γύρω της η ανεδαφική εγωπάθεια, ο κούφος «ρομαντισμός» κι ο έξαλλος νευρωτισμός κι ο Μπόρκμαν με τις δυο «γυναίκες» του μένουν μόνοι μέσα στον άπληστο, τυφλό εγωισμό τους.
Ο άλλος Σκανδιναβός
, ο Αύγουστος Strindberg, παρατάζει κι αυτός τόσους και τόσους μοναχικούς ήρωες. Τα αντρόγυνά του, που αλληλοσπαράζονται στον Πατέρα, στους Συντρόφους, στο Χορό του θανάτου, είναι μόνα με το αμοιβαίο μίσος που γεννάει η συζυγική ρουτίνα κη δίψα για δύναμη μέσα σε τέσσερις τοίχους. Κη Δεσποινίς Τζούλια είναι μόνη με τον ξαφνικό ερωτικό πυρετό της και την εξευτελιστική παράδοσή της σέναν άντρα που περιφρονεί...
Στην άλλη άκρη τής Ευρώπης
, ο Τσέχωφ σχεδιάζει με τεφρά χρώματα αδύναμες ψυχές, που ρεύουν μέσα στη σιωπή. Τα πρόσωπα του Γλάρου, του Θείου Βάνια, των Τριών αδελφών, του Βυσσινόκηπου, είναι, το καθένα τους, μόνα μέσα σε ανεκπλήρωτες επιθυμίες, χλωμά όνειρα, μαραμένες ελπίδες. Οι άλλοι ζουν, εκείνοι περιμένουν κάτι που ποτέ δεν έρχεται.
Το περίεργο είναι πως ο πιο ανελέητος σαρκαστής της εποχής μας
, ο σαρδωνικός ξεθεμελιωτής κάθε ρομαντικής κηρωολατρικής «πρόληψης», έστησε μιαν απτις πιο «αγνές» μορφές μοναχικού ήρωα του σύγχρονου θεάτρου : μιλάω, βέβαια, για τον George Bernard Shaw και την Αγία Ιωάννα του. Η ηρωίδα - αγία του είναι ολομόναχη με την πίστη της στο Θεό και στην αποστολή της. Ούτε οι εχθροί, ούτε οι φίλοι, ούτε καν οι οπαδοί της μπορούν να καταλάβουν τον ένθεο οίστρο της η Γη ολόκληρη δεν είναι σε θέση να δεχτεί την αγιοσύνη της. Στην Παρθένα του Shaw ξαναβρίσκουμε κάτι απτην «υπεροχή» των κλασικών ηρώων...
Με την
«povera gente» του Pirandello, τη φτωχή τυραννισμένη ανθρωπότητα, ξαναγυρίζουμε στη διαλυτική μοναξιά του καιρού μας. Εδώ, μάλιστα, η μοναξιά φτάνει στ άπειρο, αφού ο καθένας μας δεν είναι αυτό που νομίζει, αλλά «ένας, κανένας, κεκατό χιλιάδες», ανάλογα με το πώς τον βλέπει τούτο ή εκείνο το πρόσωπο, πάντα αλλιώτικος από,τι πλάθει ο ίδιος τον εαυτό του μέσστο μυαλό του... και εξηγεί ο σικελός δραματουργός : «Εμείς οι ίδιοι δεν ξέρουμε παρά μονάχα ένα μέρος του εαυτού μας και σίγουρα, το λιγότερο σημαντικό»... Έτσι, καθεμιά απτις χιλιάδες εικόνες που έχουν οι άλλοι για μας, ζει η δική της μοναξιά, ενώ εμείς οι ίδιοι μένουμε μόνοι, όχι μόνο απτους άλλους, αλλά κιαπτον ίδιο τον εαυτό μας, αφού αγνοούμε την αληθινή όψη του.
Μια σειρά από μοναχικά αντρείκελα παρουσιάζουν κ
οι εξπρεσιονιστές δραματουργοί της κεντρικής Ευρώπης : Kaiser, Toller, Capek κλπ. Οι ήρωές τους είναι ανώνυμα σύμβολα του σύγχρονου ανθρώπου, που έχει ολότελα απομονωθεί και συνθλιβεί κάτω απτην παντοδυναμία της μηχανής και την απανθρωπιά του μηχανικού πολιτισμού.
Πέρ
απτον Ατλαντικό, ο σπουδαιότερος Αμερικανός δραματουργός, ο Ευγένιος O’Neill, στήνει κεκείνος με τη σειρά του τους μοναχικούς του ήρωες : Ο Αυτοκράτορας Τζόουνς είναι μόνος μέσα στη ζούγκλα, με τα εγκλήματα και τους τρόμους του... Ο νέγρος Τζιμ του Όλα τα παιδιά του Θεού έχουν φτερά είναι μόνος με τη μαυρίλα του και με την «άσπρη» καταφρόνια που τον περιζώνει... Ο Λάζαρος είναι μόνος με το μήνυμά του πως και πέραπτο θάνατο δεν υπάρχει παρά ζωή και γέλιο... Όλα τα πρόσωπα του Παράξενου Ιντερμέτζου ζουν, εικοσιπέντε χρόνια, μέσα σε παράλληλη μοναξιά... Μόνοι είναι κοι ήρωες της σύγχρονης φροϋδικής Ορέστειάς του, Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα... Όπως μόνοι είναι κοι αποτυχημένοι τού Ο παγοπώλης έρχεται και η αυτοβασανιζόμενη οικογένεια του Ατέλειωτου ταξιδιού μέσστη νύχτα.
Ο
O’Neill άνοιξε τη μεσοπολεμική περίοδο. Την έκλεισε o Jean Anouilh. Και τα δικά του πρόσωπα είναι απόλυτα μόνα. Ούτε η κοινωνία ούτε η τρέχουσα ζωή, ούτε καν ο έρωτας μπορούν να γεφυρώσουν το χάος ανάμεσα στον εαυτό τους και στον κόσμο, που τον βλέπουν ψεύτικο, υποκριτικό, ανατριχιαστικά αποτρόπαιο. Μόνοι απόλους τούς γύρω τους, δεν έχουν άλλη διέξοδο παρά τη φυγή ή το θάνατο. Κι αυτό κάνουν οι ήρωες του Αγριμιού, του Ταξιδιώτη χωρίς αποσκευές, της Ευρυδίκης της Αντιγόνης. Νεανικοί, ρομαντικοί και απόλυτοι, αρνιόνται να συμβιβαστούν με την «ασκήμιζα της ζωής». Γιατί είναι ανίκανοι να δουν πως η ζωή δεν είναι μόνο ασκήμια και ψευτιά, αλλά κι ομορφιά κι αλήθεια. Στο χέρι του καθενός είναι να πάρει ό,τι εκείνη του προσφέρει. Φτάνει να μπορεί να ξεχωρίσει τους καρπούς της, τους ώριμους απτους έωλους. Αλλά οι ήρωες του Anouilh δεν έχουν μάτια και όσφρηση παρά μόνο για ό,τι είναι σάπιο κι αποκρουστικό. Η μοναξιά τους είναι μοναξιά αναπηρίας...
Οι συγγραφείς του μεταπολέμου συνεχίζουν
Loman
, με πλήθος παραλλαγές, την πινακοθήκη αυτών των μικρών μοναχικών ήρώων. Η χαρακτηριστικότερη μορφή που σχεδίασε ο Arthur Miller – o Willie στο Θάνατο του Εμποράκου είναι μόνος μέσα στις αυταπάτες του και την απάτη του απέναντι στη φαμίλια του την ίδια σύγχρονη έκδοση του Γιάλμαρ Έκνταλ της Αγριόπαπιας.
Μα πολύ πιο αξιολύπητα μόνοι είναι οι ήρωες ολόκληρου του θεάτρου του
Tennessee Williams. Ο ίδιος λέει πως «είμαστε όλοι καταδικασμένοι σε φυλάκιση μέσα στο μοναχικό κελλί του ίδιου του κορμιού μας». Αυτή την απομόνωση των φυλακισμένων ζουν όλοι του οι ήρωες και, προπάντων, οι ηρωίδες. Με μοναδικό τους εφόδιο τα όνειρα και τις ελπίδες, σαρώνονται απτην ανεμοζάλη της ζωής στο πρώτο της φύσημα. Και, ρημαγμένοι, απογοητευμένοι, πικροί, μη μπορώντας ναποσπάσουν τίποτα απτην πραγματικότητα, καταφεύγουν στη φαντασία και προσπαθούν εκεί να χτίσουν ολομόναχοι έναν κόσμο όπως θα ήθελαν να είναι, μια ζωή όπως την είχαν ονειρευτεί. Φυσικά, η πραγματικότητα τους προδίνει, και μένουν διπλά συντριμμένοι και αμετάκλητα μόνοι... Τέτοια είναι η μοίρα της Αμάντας στο Γυάλινο Κόσμο, της Blanche du Bois ΒΙπ1ιο στο Λεωφορείο ο πόθος, της Άλμα Γουάινμίλλερ στο Καλοκαίρι και καταχνιά, κη ίδια μοναξιά σπαράζει τα πρόσωπα των νεότερων έργων του, απτη Λυσσασμένη Γάτα ως το Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, απτο Γλυκό πουλί της νιότης ως τη Νύχτα της Ιγκουάνα... Είναι η μοναξιά των αδύναμων, των ανεδαφικών, των φαντασιοκόπων των αποτυχημένων.
Δυναμικότερη
(τάχα) μορφή προσπαθούν ναποκτήσουν κάποιοι άλλοι απογοητευμένοι : οι «οργισμένοι νέοι» που τους έφερε στη Θεατρική μόδα ο John Osborne με τo έργο του Οργισμένα Νιάτα. Αυτοί, που διαπιστώνουν τον εκτραχηλισμό του σημερινού κόσμου, αλλά δεν κάνουν τίποτα για να τον αλλάξουν, μόνο γκρινιάζουν, βρίζουν και τον φτύνουν καταπρόσωπο. Η μοναξιά τους είναι μοναξιά λογάδων, που δεν βρίσκουν κανένα για να τους ακούσει...
Το λεγόμενο
«πρωτοποριακό» Θέατρο του καιρού μας βαδίζει κι αυτό σε μοναχικά μονοπάτια. Θυμηθείτε π.χ. πόσο μόνοι είναι οι αλήτες ήρωες του Samuel Beckett, που περιμένουν στην ερημιά τον Γκοντό, αυτόν τον μυστηριώδη Γκοντό, που δεν ξέρουν ούτε κοι ίδιοι ποιος είναι και τι θα φέρει, και που ποτέ δεν έρχεται.
Ένας άλλος αλληγορικός δραματουργός
, ο Friedrich Dürrenmatt, δίνει μιαν άλλην όψη της μοναξιάς στα δυο, γνωστά του εδώ, έργα : στην Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας και στους Φυσικούς. Στο πρώτο, το παντοδύναμο χρήμα απομονώνει κι αποκτηνώνει τους ανθρώπους. Στο δεύτερο, η παντοδύναμη επιστήμη απομονώνει και αφανίζει τους δημιουργούς της. Και στα δυο, δυνάμεις που έπλασε ο ίδιος ο άνθρωπος, τον αποξενώνουν από τους γύρω του κι απτον εαυτό του.
Σ
αυτή την απομόνωση έδωσε σαρκαστική στροφή ο Ευγένιος Ionesco. Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο των παράλογων συνεπειών της λογικής, έδειξε πως οι άνθρωποι κατάντησαν να μη μπορούν πια ούτε για τα πιο απλά πράγματα να συνεννοηθούν μεταξύ τους, πώς ή γλώσσα το πανάρχαιο κι αναντικατάστατο μέσο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων αντί να τους ενώνει, τους χωρίζει σε στεγανά διαμερίσματα ασυνεννοησίας και μοναξιάς.
􀂔
Αλλά φτάνουν
, νομίζω, τα παραδείγματα. Απτην παραβολή των μοναχικών ηρώων του κλασικού θεάτρου και του σημερινού, γίνεται ολοφάνερο αυτό που τονίσαμε παραπάνω : οι ήρωες του πρώτου στέκουν μόνοι, επειδή είναι ανώτεροι απτους άλλους. Οι ήρωες του δεύτερου μένουν μόνοι, επειδή είναι κατώτεροι απτους άλλους. Οι πρώτοι, ακόμα και στην πτώση τους, προκαλούν δέος και θαυμασμό. Οι δεύτεροι, ακόμα και στον αφανισμό τους, δεν προκαλούν παρά συμπόνια.
Φυσικά
, το φαινόμενο δεν είναι περίεργο. Κάθε εποχή έχει τούς ήρωες που της ταιριάζουν, όπως κάθε λαός έχει την Κυβέρνηση που του αξίζει.
Η εποχή της Τραγωδίας ήταν εποχή όπου κυβερνούσε ο
«νους και το μέτρο και η καθαρότητα», όπου οι ποιητές ανακάλυπταν πως ο άνθρωπος ήταν το θαμαστότερο πράγμα πάνω στη γη, όπου οι καλλιτέχνες προσπαθούσαν να δώσουν στα δημιουργήματά τους το μέγεθος και το κάλλος θεών. Οι ήρωές της δεν ήταν όποια αγοραία άτομα, αλλά άνθρωποι που συγκέντρωναν μέσα τους το ψυχικό σθένος, τον ηθικό πλούτο, την ευθύνη και τον πόνο όλων της γης των ανθρώπων.
Στη δική μας εποχή
, βασιλεύουν σύγχυση και δυσαρμονία και ζοφερότητα, άμετρος εγωισμός κι αδίστακτη επιλογή μέσων. Ιδανικό μας δεν είναι πια η με κάθε θυσία (του εαυτού μας) Αρετή, αλλά η με Κάθε θυσία (των άλλων) Επιτυχία. Τους Θεούς της ηθικής ομορφιάς και της δικαιοσύνης, έχει αντικαταστήσει η τερατώδης, αναίσθητη και άνους θεότητα της Μηχανής, που χιμάει να κατακτήσει το άπειρο, άδεια όμως από ανθρώπινη ουσία. Κι ο άνθρωπος της εποχής μας, μόλες τις «κατακτήσεις» του, μένει ακόμα Κάτι ανάμεσα στο πιόνι και στο πειραματόζωο. Γιαυτό κοι «ήρωές» της είναι δυστυχισμένα, έρημα πλάσματα, ανεύθυνα κι ανήμπορα μέσα στην τυφλή απεραντοσύνη της μηχανικής κοινωνίας μας, ξεχασμένα από θεούς κι ανθρώπους, που έχουν και τα ίδια ξεχάσει και τους ανθρώπους και τους θεούς.
Δε φταίει
«
, λοιπόν, το Θέατρό μας, αν γεννάει μικρούς, αξιοθρήνητους ήρωες. Φταίνε οι καιροί μας, που του δίνουν τέτοια πρότυπα, για να πλάσει θεατρικές φιγούρες καθομοίωσίν τους. Ήθος ανθρώπω δαίμων», έλεγε ό Ηράκλειτος το ήθος είναι ο θεός, η μοίρα του ανθρώπου. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για το Θέατρο : το ήθος καθορίζει τη μοίρα του. Αν κάποτε όταν Κάποτε ο Άνθρωπος ξαναπάρει τη Θέση που τούχε δώσει άλλοτε η αρμονία με τον έξω και μέσα κόσμο, θα ξαναγίνει η «κορυφή των θαυμασίων». Και το Θέατρο θα αναγεννήσει «ήρωες» που θάναι άξιοι του ονόματός τους, κι όχι όπως οι περισσότεροι σημερινοί φτωχά παράσιτα ενός τρομερού κι ανάλγητου Λεβιάθαν.

Του ΜΑΡΙΟΥ ΠΛΩΡΙΤΗ

􀁙􀁚
􀁚􀁙􀁚􀁙􀁚􀁙􀁚􀁙􀁚􀁙􀁚􀁙􀁚􀁙
ΑΛΛΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου