διαμαντια και μπλουζ...

διαμαντια και μπλουζ...
♥ οταν ολοι τρεχουν κατω απ τις ομπρελες,εγω θα στεκομαι κατω απ την βροχη..

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

Ο θειος..ΟΜΗΡΟΣ!

Κάθοδος στον Αδη και ομηρική Νέκυια
* Η «Κάθοδος» είναι κείμενο αισιόδοξο που διασαλπίζει μιαν εσχατολογικής φύσεως λύτρωση
Τα σχετικά με την Κατάβαση του Χριστού στον Αδη τα γνωρίζουμε από ορισμένες νύξεις των Ευαγγελίων και από τη μετέπειτα υμνολογία: ο Χριστός εισέβαλε ορμητικά στο σκοτεινό βασίλειο, συνέτριψε τις πύλες, ελευθέρωσε τους δεσμώτες και τους χάρισε ζωή με την ανάστασή του. Περισσότερες πληροφορίες θα βρούμε σε δύο απόκρυφες αφηγήσεις: αρχικά στο Ευαγγέλιο του Βαρθολομαίου και αργότερα στο Β' μέρος του λεγόμενου Ευαγγελίου του Νικοδήμου, που επιγράφεται «Η εις Αδου Κάθοδος του Ιησού Χριστού». Η «Κάθοδος» είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο τόσο για τον λαϊκότροπο αφηγηματικό χαρακτήρα του όσο και το περιεχόμενό του και δεν χρειάζεται να τονίσουμε πως αποτελεί συνέχεια ενός λογοτεχνικού (και θεολογικού) τόπου που πρωτοεμφανίζεται στα ανατολικά κείμενα (έπος Γκιλγκαμές κ.α.), κορυφώνεται στην Οδύσσεια, επανέρχεται με διαφορετικό τρόπο και ήθος στους Βατράχους, επαναλαμβάνεται στον Βιργίλιο και φθάνει με ποικίλες μορφές ως τα βυζαντινά και μετέπειτα χρόνια.
Ο συντάκτης της «Καθόδου» στηρίζεται, όπως δηλώνεται, στις καταθέσεις δύο αδερφών που βρέθηκαν και οι ίδιοι νεκροί στον Αδη και αναστήθηκαν μαζί με τον Χριστό. Τα μέλη του εβραϊκού Συμβουλίου που εξακολουθούν να αμφισβητούν την ανάσταση κάλεσαν τα δύο αδέρφια για μάρτυρες. Κλειδαμπάρωσαν τις πόρτες της συναγωγής, τους όρκισαν στην Παλαιά Διαθήκη και τους ρώτησαν πώς και από ποιον αναστήθηκαν. Αυτοί ζήτησαν χάρτην και μέλαν και κάλαμον, κατέγραψαν όσα είδαν και τα παρέδωσαν σφραγισμένα στο Συμβούλιο. Ιδού η ιστορία τους με λίγα λόγια: Βρίσκονταν, λέει, μεσάνυχτα(!) σ' ένα κατασκότεινο μέρος μαζί με αμέτρητους νεκρούς. Ξαφνικά άστραψε ο τόπος και όλοι τους, με πρώτους τον Αβραάμ, τους πατριάρχες και τους προφήτες, χαιρετίζουν χαρούμενοι το φως. Κοντά τους φτάνουν ο Βαπτιστής Ιωάννης, ο Αδάμ και ο γιος του ο Σηθ. Ο Σατανάς προειδοποιεί τον Αδη πως πρόκειται να κατέβει εκεί ένας που σταυρώθηκε με τις ενέργειές του επειδή συνεχώς του προκαλούσε ζημιές. Είναι επικίνδυνος και πρέπει να τον αλυσοδέσουν γιατί μπορεί να ελευθερώσει τους νεκρούς. Ενώ ο Αδης θορυβημένος κατηγορεί τον Σατανά για την επικίνδυνη απερισκεψία του, ακούγεται φωνή μεγάλη σαν βροντή, «Ανοίξτε τις πύλες και παραμερίστε για να εισέλθει ο βασιλέας της δόξας». Ο Αδης προστάζει τους δαίμονες να ασφαλίσουν τις πύλες αλλά του κάκου. Η φωνή ξανακούγεται και αμέσως συντρίβονται πύλες, αμπάρες και δεσμά και όλοι οι δεδεμένοι ελευθερώνονται. Ο νικημένος Αδης ρωτά να πληροφορηθεί αν αυτός ο μικρός ορώμενος και μεγάλα δυνάμενος είναι ο Ιησούς. Εκείνος πιάνει τον αρχισατράπη Σατανά από το κεφάλι για να τον δέσουν οι άγγελοι και μετά τον παραδίδει στον Αδη να τον κρατά ως τη δεύτερη Παρουσία. Ο Χριστός οδηγεί πίσω στον Παράδεισο τον Αδάμ και τους προφήτες και ο κύκλος που άνοιξε με την Εξοδο των πρωτοπλάστων κλείνει. Ολοι επιστρέφουν εκεί, ακόμη και ο ευλαβικός ληστής που σταυρώθηκε μαζί με τον Ιησού. Οσο για τους δύο αδελφούς αυτοί στέλνονται πίσω στη ζωή να βαπτισθούν και να κηρύξουν την ανάσταση.
Οπως ήδη δηλώθηκε, η «Κάθοδος» ανήκει στην ίδια κατηγορία με την οδυσσειακή Νέκυια και δεν είναι δύσκολο να ευρεθούν, κοντά στις διαφορές τους, κοινά ή ομοειδή στοιχεία. Ο ληστής, λ.χ., που μετανοημένος περιφέρεται με τον σταυρό στους ώμους, θυμίζει, ως ένα βαθμό, τις αμαρτωλές ψυχές που στοιχειώνουν τον ομηρικό Αδη. Ομως, αν τον συγκρίνουμε με τον Σίσυφο, αντιλαμβανόμαστε αμέσως τη διαφορά. Κι αν ο ερχομός του Οδυσσέα στον Αδη έγινε για να ρωτήσει τους νεκρούς πώς θα πορευθεί στον Πάνω Κόσμο (αυτό σημαίνει «νέκυια»), ανάλογα και οι δύο πεθαμένοι αδελφοί επιστρέφουν στη γη έχοντας πάρει τη δική τους απάντηση. Ομως μέχρις εδώ οι ομοιότητες, καθώς η υποκείμενη ιδέα στα δύο κείμενα διαφέρει εντελώς: η «Κάθοδος» είναι κείμενο θεολογικό, η ομηρική Νέκυια δεν έχει σχέση με τη θεολογία. Η «Κάθοδος» είναι κείμενο αισιόδοξο που διασαλπίζει μιαν εσχατολογικής φύσεως λύτρωση καθώς οι ψυχές μεταφέρονται από τον σκοτεινό Αδη στο φως του Παραδείσου. Είναι, ας μου επιτραπεί να πω, μια «ρομαντική» μυθιστορία όπου οι αποχωρισμένοι ήρωες, μετά από βάσανα και περιπέτειες, επανενώνονται οριστικά και ευτυχισμένα. Ο επίμονος αγώνας δύο ερωτευμένων να ξανασυναντηθούν, όπως γίνεται στο αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα, συχνά συνδέεται με τον αγώνα των ψυχών να επανενωθούν με το θείο. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει η ανταμοιβή του ευτυχισμένου τέλους.
Αντίθετα στη Νέκυια ούτε επανένωση των αγαπημένων υπάρχει, ούτε διαφαίνεται λυτρωμός ή διέξοδος για τις βασανισμένες ψυχές. Ολοι οι νεκροί της Νέκυιας, οι ωραίοι νέες και νέοι, οι πολύπαθοι γέροντες, οι απαλές παρθένες και οι ανδρειωμένοι πολεμιστές, όλοι τους περιφέρονται αιώνια, σκιές χωρίς καμιά ελπίδα. Ο ίδιος ο Αχιλλέας προτιμά να βλέπει το φως του ήλιου δούλος, παρά να κυβερνά στον Αδη. Και αν κάποτε, σε άλλη περίπτωση, κάποια ψυχή, όπως η Ευρυδίκη λ.χ., καταφέρει, έστω και στιγμιαία, να ξαναδεί το φως, αυτό γίνεται στη βάση μιας προσωπικής σχέσης και όχι της θρησκείας. Το αναστάσιμο λυτρωτικό μήνυμα προσφέρει, το δίχως άλλο, αισιοδοξία σε όποιους μπορούν και δέχονται το νόημα του Πάθους και της Ανάστασης. Ομως, όπως φαίνεται από τη Νέκυια, τα μοιρολόγια και τα τραγούδια του Κάτω Κόσμου, υπάρχουν και άλλοι πολλοί που λίγο παρηγορούνται από τη μελλοντική, «ρομαντική» επανένωση των ψυχών και από τον προσδοκώμενο εσχατολογικό λυτρωμό. Στην ελληνική αρχαιότητα η τραγωδία είναι που γεννήθηκε πρώτη, το ρομάντζο ήρθε μετά.
Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Νέκυια

 Η Νέκυια είναι η Ραψωδία λ της Οδύσσειας, ίσως του τελειότερου και συγκλονιστικότερου κειμένου που έχει γραφτεί ποτέ από καταβολής της ανθρωπότητας. Μέσες-άκρες, την γνωρίζετε την ιστορία: ο Οδυσσέας λαμβάνει την "εντολή" από την Κίρκη να κατέβει στα μέρη μου, τον Άδη, για να λάβει χρησμό από τον μάντη Τειρεσία προκειμένου να μάθει από που πρέπει να περάσει για να γυρίσει στην Ιθάκη.Το θέμα είναι ότι η Νέκυια πιθανώς να μπορεί να μας δώσει άλλες πληροφορίες που δεν μας πάει το μυαλό. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, ούτε το δικό μου πήγαινε, μέχρι που πριν από αρκετούς μήνες διάβασα (και συνδύασα) κάποια πράγματα στο ομώνυμο κεφάλαιο του βιβλίου Γκέμμα του Δ. Λιαντίνη (τον οποίον σας συνιστώ ανεπιφύλακτα).

Το θέμα είναι ότι περί του Κάτω Κόσμου επικρατεί ένας μύθος: ο κόσμος νομίζει ότι όποιος πάει εκεί δεν ξαναγυρνάει ποτέ, πράγμα που φυσικά δεν ισχύει, και μάλιστα, δεν περιμέναμε την Οδύσσεια για να το διαπιστώσουμε. Στον Κάτω Κόσμο πήγε και γύρισε και ο Ορφέας, και ο Αινείας, και ο Δάντης, εκτός από τον Οδυσσέα. Λογικά πήγαν κι άλλοι. Ααα, μην το ξεχάσω: ένας που πήγε και γύρισε ήταν και ο Χριστός. Ας μην προτρέχουμε όμως.

Όταν ο Οδυσσέας ανακοίνωσε στους συντρόφους του ότι έπρεπε να πάνε στον Άδη, αυτοί απελπίστηκαν:
Αὐτὰ εἶπα, καὶ στὰ λόγια μου ραγίστηκε ἡ καρδιά τους·καὶ κάθισαν καὶ κλαίγανε, μαδώντας τὰ μαλλιά τους,μὰ τί ὄφελος τοὺς ἔφερνε τὸ τόσο μοιρολόγι;Σὰν ἤρθαμε στ' ἀκρόγιαλο καὶ στὸ γοργὸ καράβι,βαριοθλιμμένοι, καὶ πικρὰ χύνοντας δάκρυα ἀκόμα(κ 565-569)
Το πρώτο ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ενώ ο Οδυσσέας απορεί, τι όφελος θα έφερνε το τόσο μοιρολόι, η αντίδραση των συντρόφων του δεν ήταν διαφορετική από τη δική του ευθύς ως άκουσε την Κίρκη να του εξηγεί τα καθέκαστα:
Αὐτὰ σὰν εἶπε, ἐμένανε ραγίστηκε ἡ καρδιά μου·καὶ στὸ κλινάρι κάθισα καὶ τό 'ριξα στὸ κλάμα,καὶ μήτε ζωὴ μήτε ἥλιου φῶς δὲν ἤθελε ἡ ψυχή μου,Μὰ σὰ χαμοκυλίστηκα καὶ χόρτασα τὸ κλάμα,πάλε τῆς ξαναμίλησα καὶ ρώτηξά την κι εἶπα·(κ 495-499)
Αν και το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει είναι ελάχιστο, ο Οδυσσέας παρουσιάζεται πιο συνειδητοποιημένος, γεγονός που μας ωθεί στο συμπέρασμα ότι ήδη είχε σκεφτεί και επεξεργαστεί πως η λύση που του προσέφερε η Κίρκη ήταν η μοναδική που υπήρχε προκειμένου να καταφέρει να επιστρέψει στην Ιθάκη.Στην Ιθάκη, η οποία φυσικά δεν είναι ένα απλό νησί. Η Ιθάκη είναι ένας προορισμός. Είναι η τελείωση. Η ολοκλήρωση. Αλλά ας μην το παραβαρύνω.

Ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο έρχεται από την Θεία Κωμωδία, όπου ο Δάντης μόλις βρίσκεται έξω από την πύλη της Κολάσεως όπου και διαβάζει την τρομακτική επιγραφή, ξεσπάει σε κλάμματα παρόλες τις παραινέσεις του Βιργιλίου:
Εδώ πρέπο ν'αφήσεις κάθε φόβοεδώ κάθε ατολμιά πρέπο να σβήσει!Φτάσαμε πια στον τόπο που έλεγά σου,τα πλήθη όπου θα δεις τα πονεμένα,που το αγαθό του λογικού 'χουν χάσει.Κι ως πίθωσε στο χέρι μου το χέρι,με πρόσχαρη θωριά που γκάρδιωσέ με,στη μυστικά με μπάζει εντός την πλάση.Εδώ σκουξιές και στεναγμοί και θρήνοιστον άναστρον αγέρα αχοχλούσανπου απ'την αρχή τα κλάματα με πήραν...(Γ 14-24)
Παρατηρούμε λοιπόν ότι η απελπισία και το δράμα είναι βασικό "συστατικό" εν όψει της αντάμωσης με τα "παραπέρα".

Στην Γκέμμα ο Λιαντίνης λέει μεταξύ άλλων και το εξής συγκλονιστικό: "Ο Ιησούς δεν επέθανε την Παρασκευή στον λόφο του Γολγοθά, αλλά την Τετάρτη στο Όρος των Ελαιών..."Και πράγματι:
(34) Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε.35 καὶ προελθὼν μικρὸν ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ προσηύχετο ἵνα εἰ δυνατόν ἐστι, παρέλθῃ ἀπ' αὐτοῦ ἡ ὥρα,36 καὶ ἔλεγεν· Ἀββᾶ ὁ πατήρ, πάντα δυνατά σοι, παρένεγκε τὸ ποτήριον ἀπ' ἐμοῦ τοῦτο· ἀλλ' οὐ τί ἐγὼ θέλω, ἀλλ' εἴ τι σύ(Μάρκος)
Αν αναλογιστούμε λοιπόν την Νέκυια και τον Οδυσσέα θα διαπιστώσουμε ότι κάτι τέτοιο είναι αληθές. Σε αυτό το σημείο να σημειώσω κάτι προς αποφυγή παρεξηγήσεων, επειδή όλο και κάποιος θα τα εκλάβει αυτά ως ότι κυνηγάω... "ιστορικούς" παραλληλισμούς όπως είχα κάνει για παράδειγμα στις Βάκχες. Ουδεμία σχέση. Αυτό που κάνω είναι να σκαλίζω πολύ βαθύτερα και από τλείως διαφορετική οπτική γωνία, αλλά υπομονή ως το τέλος...Αυτό που βλέπουμε λοιπόν είναι ο Ιησούς να είναι σχεδόν συντετριμμένος από την επερχόμενη μοίρα.Ένα σημαντικό κοινό σημείο είναι και το ότι σε όλες τις περιπτώσεις, το μέλλον είναι γνωστό ως προς το τι θα φέρει. Και η αντίδραση είναι πάντοτε δραματική.Επίσης, υπάρχει και κάτι άλλο ιδιαιτέρως σημαντικό: τόσο στην Οδύσσεια όσο και στο Όρος των Ελαιών, η κατάβαση στον Άδη ξεκινάει από τον Κόσμο του Γίγνεσθαι. Στην περίπτωση του Δάντη υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις, επί της ουσίας όμως δεν αλλάζει τίποτε, αφού ο Δάντης από "πάνω" έχει ξεκινήσει και όταν πάει "κάτω" με λίγο διαφορετική διαδρομή, τα βρίσκει επί της ουσίας ως μια τραγική διαστρέβλωση του "πάνω". Και πάλι όμως, ο πραγματικός κόσμος αποτελεί την πύλη.Τι πύλη;Της Κάθαρσης.

Όπως ο Δάντης βλέπει τις ψυχές όλων των ανθρώπων, αρχικά στην Κόλαση κι εν συνεχεία στο Καθαρτήρι και τον Παράδεισο, έτσι κι ο Οδυσσέας μόλις προσφέρει τα σφαχτά βλέπει να έρχονται διάφοροι νεκροί οι οποίοι επιθυμούσαν να πιουν. Όπως ο Δάντης είδε και κάποιους γνωστούς του, έτσι συνέβη και με τον Οδυσσέα. Η σημαντική λεπτομέρεια εδώ είναι ότι ο Ιησούς πέρασε στον Άδη προς όφελος όλων των ανθρώπων. Βλέπουμε λοιπόν ότι η όλη διαδικασία δεν έχει τόνο προσωπικό, αφού αφορά τους πάντες (μεταξύ άλλων κι εμάς που -μην ξεχνιώμαστε- διαβάζουμε τέτοια κείμενα), άσχετα αν το κόστος και ο κόπος είναι αυστηρά προσωπικότατα. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Οδυσσέας σταδιακά καταρρέει όταν βλέπει φίλιούς του ανθρώπους, με αποκορύφωμα την ασύλληπτα τραγική σκηνή με την μάνα του, της οποίας τον θάνατο αγνοούσε. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τον Δάντη ο οποίος στο πλευρό του Βιργιλίου έβρισκε τα αποθέματα ψυχικής δύναμης για ν'ανταπεξέλθει αλλά καταρρέει μόλις αντικρύζει την Βεατρίκη. Ο Ιησούς δε, παρόλο που ήδη βίωνε την κορύφωση του δράματος, έσπευσε να αναθέση την επιμέλεια της μητέρας του στον αγαπημένο του μαθητή, Ιωάννη. Όπως όμως ο Ιησούς βίωσε όλο το μαρτύριο, έτσι έπραξε κι ο Οδυσσέας, ο οποίος δεν διαννοήθηκε ν'αφήσει την μάνα του να πιει αίμα, διότι προείχε η Κάθαρση, που μόνο μέσω του Τειρεσία μπορούσε να ξεκινήσει. Αυτό που πρακτικά ο Οδυσσέας δεν είχε καταλάβει έως τότε ήταν ότι η Κάθαρσή του είχε ήδη ξεκινήσει από την στιγμή που συνειδητοποίησε την εντολή της Κίρκης, όπως αντίστοιχα του Δάντη από την στιγμή που αποφάσισε να κατέβει, όπως αντίστοιχα του Χριστού όταν πήγε στο Όρος των Ελαιών. Κάναμε ήδη πολλούς παραλληλισμούς και θα χαθεί ο τελικός σκοπός...

Όταν γεύτηκε το αίμα ο Τειρεσίας εξιστόρησε τα μελλούμενα στον Οδυσσέα, και ο δρόμος δεν ήταν εύκολος. Ο Οδυσσέας έλαβε την επίγνωση ότι οι σύντροφοί του θα πέθαιναν, ότι θα έχανε το πλοίο του, ότι θα έβρισκε το παλάτι του ρημαγμένο. Το συγκλονιστικό εδώ είναι ότι ενώ ο Τειρεσίας διαβεβαίωσε τον Οδυσσέα ότι όποιος νεκρός περάσει δίχως να πιει αίμα φεύγει οριστικά, η μάνα του Οδυσσέα -ίσως αναγνωρίζοντας το αίμα της- πέρασε αλλά δεν απομακρύνθηκε. Και ήπιε. Τα λόγια της αν και πιο καθησυχαστικά, ουσιαστικά επιβάρυναν περαιτέρω την σκέψη του Οδυσσέα, ο οποίος τελικώς αν και έμαθε αυτά που ρώτησε:
Αὐτά εἰπε, κι ἐγὼ τό 'θελα κι ἀνάδευα στὸ νοῦ μουνὰ τὴν ἀδράξω τὴν ψυχὴ τῆς πεθαμένης μάνας.Τρεῖς φορὲς χύθηκα μὲ ὁρμὴ ν' ἀδράξω την ποθώντας,καὶ τρεῖς φορὲς μὲ ξέφυγε σὰν ὄνειρο, σὰν ἴσκιος·καὶ μὲς στὰ σπλάχνα μου ἔκανε πιὸ κοφτερὸ τὸν πόνο,(λ 204-208)
Εξίσου συγκλονιστική είναι η αντάμωση με τον Αχιλλέα:
Κι αὐτὸς μοῦ ἀπολογήθηκε· “Περίλαμπρε Ὀδυσσέα,τὸ θάνατο μὴ μοῦ ζητᾶς μὲ λόγια νὰ γλυκάνης.Κάλλιο στὴ γῆς νὰ βρίσκομουν, κι ἂς δούλευα σὲ ἀνθρώπουμικροῦ, μὲ δίχως βιὸς πολύ, παρὰ στὸν Ἅδη νὰ εἶμαι,καὶ βασιλέας νὰ λέγουμαι τῶν πεθαμένων ὅλων.(λ 487-491)
Νομίζω ότι η αντάμωση με τον Αχιλλέα έχει ένα τεράστιο συμβολισμό. Μέχρι την αντάμωση με τον Αχιλλέα, ο Οδυσσέας ψυχολογικά χειροτέρευε. Μετά την αντάμωση με τον Αχιλλέα, ξεκινάει η επάνοδος.Ο Αχιλλέας είναι ο πρώτος που διαμαρτύρεται όχι επειδή πέθανε, αλλά επειδή δεν ζει, υπενθυμίζοντας στον Οδυσσέα ότι το καλό βρίσκεται "πάνω" και ο δρόμος του για να το επιτύχει είναι μακρύς και δύσκολος (θυμηθείτε τους δρόμους της Αρετής και της Κακίας που ήταν υποχρεωμένος να επιλέξει ο Ηρακλής). Ο Χριστός αντίστοιχα, ξεκινάει την λύτρωσή του ενόσω βρίσκεται ακόμα στον σταυρό. Μην φεύγουμε όμως από τον Οδυσσέα. Έχοντας ήδη ξεκινήσει τον δρόμο της Κάθαρσης, μετανοιώνει μόλις αντικρύζει τον Αίαντα, σε σημείο που να παραδεχθεί:
Μακάρι νὰ μὴν κέρδιζα, τότες, τέτοιο βραβεῖο,τὶ ἐκεῖνα τ' ἄρματα ἔχωσαν στὴ γῆς τέτοιο λεβέντη,τὸν Αἴαντα, ποὺ σ' ὀμορφιὰ καὶ σ' ἔργα ξεπερνοῦσετοὺς ἄλλους Δαναούς, ἐξὸν τὸ δοξαστὸ Ἀχιλλέα.Σ' ἐκεῖνον τότες δυὸ γλυκὰ γύρισα κι εἶπα λόγια·“Αἴαντα, τοῦ μεγάλου γιὲ τοῦ Τελαμώνα, ἀλήθεια,μήτε νεκρὸς δὲ μοῦ ἔμελλες τὸ χόλιασμα ν' ἀφήσηςγιὰ τ' ἄρματα ποὺ κέρδισα, τ' ἀναθεματισμένα ;Γιὰ τὸ κακὸ τῶν Ἀργιτῶν οἱ θεοὶ τὰ κάμαν ὅλα,καὶ τέτοιον πύργο χάσαμε· κι ὅλοι θρηνοῦμε τώραοἱ Δαναοὶ κι ἐσένανε μὲ τοῦ Πηλέα τὸ γόνο·μὰ ἄλλος δὲν εἶναι ἀφορμὴ παρὰ ὁ Δίας μονάχος,ποὺ φοβερὰ τῶ Δαναῶν τ' ἀρματωμένα ἀσκέριαὀχτρεύτηκε, καὶ σοῦ ὅρισε τὴ μοῖρα τοῦ θανάτου.Μὰ ἔλα, ἀφέντη, κι ἄκουσε τὰ λόγια ποὺ σοῦ κρένω,καὶ δάμασε τὴ μάνητα τῆς ἡρωϊκιᾶς ψυχῆς σου.”Εἶπα, κι αὐτὸς ἀπάντηση δὲ μοῦ 'δωκε, μόν' πῆγεἜρεβος μὲ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων πεθαμένων.Καὶ πάλε ἴσως θὰ μίλειε μου, κι ἂς ἦταν χολωμένος(λ 548-565)
Στο πλαίσιο της Κάθαρσης, ακόμη κι αν διέκρινε ότι ο Αίαντας ήταν χολωμένος με τον Οδυσσέα, ο τελευταίος τόλμησε να ζητήσει συγγνώμη με τον τρόπο του και να ενδιαφερθεί για τον παλιό συμμαχητή και σύντροφο. Ακόμη κι όταν είδε τον Αίαντα ν'απομακρύνεται αμίλητος δεν έδειχνε να μετανοιώνει για την κίνηση μεταμέλειάς του, τουναντίον άφησε λίγη ελπίδα ότι θα μπορούσε μελλοντικά να είναι διαφορετικά.Στην συνέχεια, μετά την αναγνώριση του σφάλματος, διακρίνει κι άλλους νεκρούς, μεταξύ άλλων τον Μίνωα που ήταν ένας από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου, εδώ λοιπόν υπεισέρχεται ο παράγοντας της Κρίσης και η Δικαιοσύνη. Παραδίπλα, αυτοί που είχαν υποστεί την δυσμενή κρίση για τα σφάλματα που διέπραξαν και ουδέποτε μετάνοιωσαν, και που ήταν καταδικασμένοι να υπομένουν την τιμωρία τους. Και φυσικά διόλου τυχαίο ή συμπτωματικό το γεγονός ότι ο τελευταίος που αντίκρυσε ο Οδυσσέας και ο οποίος του μίλησε από μόνος του ήταν ο Ηρακλής, ο οποίος "καὶ μόνο φάντασμα ἦταν" (λ 601) που εξιστορεί στην συνέχεια ότι όλα όσα έκανε (του άθλους) κατά την ζωή του ήταν ανούσια, μιας και "ἤμουν δοῦλος σὲ ἄνθρωπο πολὺ κατώτερό μου" (λ 621).Το εντυπωσιακό στην αντάμωση με τον Ηρακλή είναι ότι ο Οδυσσέας περιέργως απλώς ακούει. Δεν ανταποκρίνεται. Και παρόλο που δείχνει τη θέληση να κάτσει να δει κι άλλους ήρωες, τελικώς επικρατεί ο φόβος, κι επιστρέφει στα εγκόσμια.

Όπως έγραψα και στην αρχή, η Οδύσσεια είναι μακράν το πλέον συγκλονιστικό και ουσιαστικό κείμενο που έχει γραφτεί ποτέ. Γεμάτο συμβολισμούς και διδάγματα, πολύ πιο καθαρό από την παρόρμηση της Ιλιάδος, διαπνέεται πολύ περισσότερο από κανόνες ηθικής και μεταμέλειας. Στην Οδύσσεια ο ήρωας διαπράττει το ένα λάθος μετά το άλλο. Αργά ή γρήγορα όμως το συνειδητοποιεί και λαμβάνει τις σωστές αποφάσεις. Μέχρι που έρχεται η στιγμή που με εντολή θεού πρέπει επιτέλους να ξεκινήσει η Κάθαρση. Και πλέον, δεν μιλάμε για απλή αναγνώριση σφάλματος και διόρθωσή του με το σωστό. Πλέον μιλάμε για συνολικό στοχασμό.

Οι νεκροί βοήθησαν τον Οδυσσέα να συνειδητοποιήσει τι πρέπει να κάνει. Η επίγνωση του μέλλοντος ήταν το κερασάκι στην τούρτα, ήταν το αντίστοιχο του δρόμου της Αρετής και του δρόμου της Κακίας. Ο Ηρακλής ήξερε τι περιείχε ο κάθε δρόμος και επέλεξε τον δύσκολο. Ο Οδυσσέας που θα μπορούσε κάλλιστα να είχε επιστρέψει στο ζεστό κρεβάτι της Κίρκης, επέλεξε να συνεχίσει το ταξίδι του προς την Ιθάκη, να ξαναδεί τον γιό του και τη γυναίκα του, τον πατέρα του και το παλάτι του, τον τόπο του.

Η Ιθάκη δεν είναι μέρος επί της ουσίας. Είναι κάτι τελείως υπερβατικό. Είναι πολλά περισσότερα από ένα απλό μέρος. Στην Ιθάκη βρίσκεται ο τελικός σκοπός κι ο δρόμος είναι δύσκολος. Η επιλογή όμως πρέπει να είναι ενσυνείδητη, διότι η Κάθαρση δεν μπορεί να έρθει ούτε με ημίμετρα, ούτε με υπεκφυγές. Και κυρίως, ούτε με προσπάθειες άλλων.

Στην Νέκυια υπάρχει μια συγκλονιστική εικόνα, η οποία όμως βρίσκεται στο παρασκήνιο και συνήθως διαφεύγει: οι νεκροί λαμβάνουν ό,τι έπραξαν. Δεν υπάρχει σωτηρία, έτσι όπως έχει (χριστιανικώς) επικρατήσει και νομίζω ότι εκεί βρίσκεται όλη η ουσία, διότι ο χριστιανισμός έκανε ένα τεράστιο σφάλμα... Ποιο είναι αυτό;

Νομίζω ότι σας έχω μπλέξει αρκετά. Προφανώς δεν είναι αρκετά σαφές τι ακριβώς πραγματεύομαι με αυτό εδώ το σεντόνι. Την Οδύσσεια; Ή την Ανάσταση του Χριστού; δεδομένου μάλιστα ότι δεν επιχειρώ κανέναν χειροπιαστό παραλληλισμό ανάμεσα στις δύο ιστορίες, τότε που το πάω και που ακριβώς κολλάει ο Δάντης; Η πραγματικότητα είναι ότι -όσο κι αν ξενίσει- ασχολούμαι αμιγώς με την Οδύσσεια.Στην Οδύσσεια η κάθοδος στον Άδη γίνεται εκτός από πνευματικά και σωματικά. Στην Θεία Κωμωδία αν και ο Δάντης παρουσιάζεται να έχει κατέβει σωματικά, επί της ουσίας τα βιώνει όλα πνευματικά (τουλάχιστον εκεί έχω καταλήξει εγώ). Ο Χριστός όμως δεν τα βιώνει ούτε σωματικά, ούτε πνευματικά. Πως τα βιώνει; Μα... υπερβατικά. Εκτός αυτού του κόσμου. Κι εδώ ακριβώς είναι το λάθος.Το Θείο Δράμα δικαίως έχει αποκληθεί δράμα, διότι είναι. Δικαίως οδηγεί στην Ανάσταση, διότι εκεί ακριβώς είναι το νόημα. Δικαίως μεσολαβεί η κάθαρση, διότι αυτός είναι ο τρόπος. Η Ανάσταση όμως δεν είναι σωματική. Κι επειδή έτσι επεκράτησε να είναι, το πράγμα μπλέχτηκε. Γι'αυτόν τον λόγο και εκατομμύρια κόσμος έχει αποθέσει όλες τις ελπίδες του σκάποιον τρίτον, με αποτέλεσμα αυτός ο κόσμος να πηγαίνει κατά διαόλου. Ο Οδυσσέας έχει το ταξίδι της επιστροφής, ο Δάντης τα λόγια και της αναμνήσεις που του φέρνει η Βεατρίκη, ο Χριστός το κουβάλημα του σταυρού και τελικώς την σταύρωση.Η κάθαρση είναι αυστηρά προσωπική, το ίδιο και η ανάσταση του πνεύματος. Παρόλο που μετά την Ανάσταση του Χριστού έλαβε χώρα η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, ούτε καν αυτό δεν στάθηκε ικανό να καταδείξει την όλη αντίφαση: αν η ανάσταση ήταν σωματική, τότε προς τι η επιφοίτηση; Τουναντίον, αν η ανάσταση ήταν πνευματική, η επιφοίτηση ήταν το φυσικό συνεπακόλουθο. Κι εδώ υπεισέρχεται εκ νέου η Οδύσσεια.

Ο Οδυσσέας κατέβηκε στον Άδη ψυχή τε και σώματι. θα προσέθετα, και κυρίως πνεύματι. Ο Οδυσσέας δεν κουβέντιασε απλώς με τους νεκρούς. Δεν έμαθε απλώς το μέλλον. Στην πραγματικότητα έμαθε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει. Συνειδητοποίησε ότι σημασία έχει το τώρα, η ζωή που έχεις και όχι το μετά, το οποίο μόνο με υπέρβαση (και πιθανώς κατόπιν θεϊκής εντολής) μπορείς να μάθεις αλλά ακόμη κι αυτό κατ' εξαίρεσιν. Κατανόησε ότι μετά δεν μπορεί ν'αλλάξει κάτι, πολλά όμως μπορούν ν'αλλάξουν τώρα. Κατάλαβε ότι στο κρεβάτι της Κίρκης θα απολάμβανε εσαεί την ηδονή, δεν θα ξανάβλεπε ποτέ όμως τον τόπο του και τους δικούς του ανθρώπους. Εν ολίγοις το ταξίδι που είχε ξεκινήσει δεν θα είχε απλώς άδοξο τέλος αλλά στην πραγματικότητα δεν θα τελείωνε καν. Και παρόλο που ήξερε ότι το ταξίδι αυτό μόνο για τον ίδιον θα είχε αίσιο τέλος -έστω και μετά κόπων και βασάνων- επέλεξε να "πιει το ποτήτιο τούτο" γνωρίζωντας ότι θ'αφήσει πίσω τους συντρόφους του, οι οποίοι δεν τόλμησαν να τον ακολουθήσουν στην δική του Κάθοδο προκειμένου να καθαρθούν και τελικώς να επιστρέψουν κι αυτοί.

Η τελευταία φράση του Σωκράτους στην συγκλονιστική του απολογία ήταν "και τώρα ώρα να πηγαίνουμε, εσείς για να ζήσετε, εγώ για να πεθάνω. Όμως ποιος πάει στο καλύτερο, ο θεός μόνο το ξέρει" (ἀλλὰ γὰρ ἤδη ὥρα ἀπιέναι, ἐμοὶ μὲν ἀποθανουμένῳ, ὑμῖν δὲ βιωσομένοις· ὁπότεροι δὲ ἡμῶν ἔρχονται ἐπὶ ἄμεινον πρᾶγμα, ἄδηλον παντὶ πλὴν ἢ τῷ θεῷ). Ο Σωκράτης είχε πράξει τα δέοντα προκειμένου να καθαρθεί. Για την ακρίβεια, όλη του τη ζωή τα έπραττε, γι'αυτό και είχε τη δυνατότητα ν'ακούει το δαιμόνιο μέσα του. Ο Οδυσσέας συνειδητοποίησε μόλις άκουσε τον Αχιλλέα τι ακριβώς συνέβαινε στον Άδη, προχωρόντας ίσως ένα βήμα παραπέρα από τον Σωκράτη. Ο Δάντης συνειδητοποίησε μόλις τον άφησε ο Βιργίλιος πως τελικώς η Κόλαση ήταν τα εύκολα και ότι το Καθαρτήρι που ενσυνείδητα επέλεξε να περάσει ήταν το δύσκολο. Το ερώτημα λοιπόν είναι ένα: γιατί ο Οδυσσέας απλώς άκουσε τον Ηρακλή; Η απάντηση τελικώς είναι εύκολη: διότι δεν ήξερε τι να του απαντήσει. Ο σύντομος μονόλογος του Ηρακλή είναι συγκλονιστικός. Ενώ βρισκόταν με τους θεούς, ήξερε κι ο ίδιος ότι δεν είναι τίποτε άλλο από ένα φάντασμα. Ενώ ήξερε ότι έκανε την σωστή επιλογή με τον δρόμο της Αρετής, κατάλαβε πολύ αργά ότι σκλαβώθηκε από μόνος του σε έναν κατώτερο άνθρωπο. Έπρεπε να πεθάνει για συνειδητοποιήσει τα λάθη του. Ο λόγος του Ηρακλή προς τον Οδυσσέα δρα σχεδόν αποκαλυπτικά. Όλα αυτά που ο Οδυσσέας είχε μπροστά στα μάτια του, ήταν κυριολεκτικά αόρατα, κι αυτό από εσφαλμένες επιλογές και λάθος κρίσεις. Για να επανέλθουν λοιπόν στον σωστό δρόμο χρειάζονταν δραστικά μέτρα, τα οποία έπρεπε πρώτα να σκεφτεί. Γι'αυτό και δεν είχε κάτι να πει στον Ηρακλή.

Διότι ως είπαμε, η Κάθαρση και η Ολοκλήρωση είναι αυτηρά προσωπικές υποθέσεις. Δεν είναι δυνατόν να αφεθούν σε κανέναν μεσάζωντα, σε κανέναν τρίτο. Κι εδώ είναι που δυστυχώς ο χριστιανισμός τα έκανε μούσκεμα, παρόλο που τα ίδια του τα κείμενα ως κάθοδο εις Άδου περιγράφουν την όλη ιεροτελεστία. Και η πλάκα είναι ότι ενώ υπάρχουν αρκετά ενδιαφέροντα κείμενα (αν και διόλου πρωτότυπα) στις χριστιανικές γραφές, η ερμηνεία τους είναι αυτή που ουσιαστικά τα καθιστά απωθητικά. Όπως και να'χει πάντως, προσωπικά την Οδύσσεια δεν την αλλάζω με τίποτε. Κάθε φορά που τη διαβάζω άλλωστε, είναι πολλά αυτά που συνειδητοποιώ ότι δεν είχα προσέξει όλες τις προηγούμενες φορές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου