διαμαντια και μπλουζ...

διαμαντια και μπλουζ...
♥ οταν ολοι τρεχουν κατω απ τις ομπρελες,εγω θα στεκομαι κατω απ την βροχη..

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Tετέλεσται.

I hurt myself today

ΝΕΡΟ ΖΗΤΟΥΣΕ...


Εσταυρωμένε Χριστέ μας,
το τσουχτερό κρύο που ένιωθες πάνω στο Σταυρό
δεν ήταν από τον αγέρα.
Αυτό Εσύ, ήξερες να το αντέχεις.
Ήταν από τις παγωμένες μας καρδιές.
...Δεν ήταν τα ραπίσματα, ούτε οι μαστιγώσεις
που πονούσαν το λυγισμένο σου κορμί.
Αλλά το μίσος το ανθρώπινο Σου έσκιζε την καρδιά.
Το μίσος, που μετέτρεψε τα βάγια σε καρφιά.
Το δάκρυ που κύλησε από τα πάναγνα μάγουλά σου
Δεν ήταν από τις κακουχίες του σώματός Σου.
Ήταν από τη θέρμη της παράκλησής Σου να συγχωρεθούμε.
Γιατί, Εσύ, όση δύναμη είχες, την είχες κάνει βέλος προς τον Ουρανό
σ’ εκείνο το «άφες αυτοίς ...;»
Νερό μας ζήτησες, όχι επειδή διψούσες τόσο.
Αλλά για να μας δώσεις μιαν ευκαιρία, δροσίζοντάς Σε,
να συνέλθουμε, να έρθουμε σε συναίσθηση
και να Σε νιώσουμε- έστω- σαν έναν άνθρωπο που διψά.
Ούτε αυτό δεν καταφέραμε! Να Σε δούμε σαν έναν ασήμαντο συνάνθρωπό μας!..

Από το μυθιστόρημα
«Κάποιος να με νοιάζεται!»
(Σ. Κουβανίδου)

Irene Papas Ειρήνη Παππά "τον νυμφώνα σου βλέπω"

O! Gliki Mou Ear Vangelis

Aυτά που πάνε τώρα να σε γονατίσουν
πάνε πάλι να σε κυλήσουν στα αίματα.
Ο.Ε.

ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ "Μεγάλη Παρασκευή" ΣΤΑΥΡΟΣ ΞΑΡΧΑΚΟΣ

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ..

Μοιρολόι της βροχής
βράδυ Κυριακής,
πού πηγαίνεις μοναχός
ούτε πόρτα να μπεις,
πέτρα να σταθείς
κι όπου πας, χλωμό παιδί,
ο καημός σου στη γωνιά
σε καρτερεί.


Παλικάρι χλωμό
μες στο καπηλειό
απομείναμε οι δυο μας,
ο καημός σου βραχνάς
πάψε να πονάς
η ζωή γοργά περνά
δυο κρασιά, δυο στεναγμοί
κι έχε γεια.


Παλικάρι χλωμό
σ' ηύρανε νεκρό
στο παλιό σταυροδρόμι,
μοιρολόι η βροχή
μαύρα π' αντηχεί
στο καλό, χλωμό παιδί,
σαν τη μάγισσα
σε πήρε η Κυριακή.

Τάσος Λειβαδίτης



Μυστικός Δείπνος - Last Supper


«Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ».
NK

ποσο απεχει η ζωη απ τον θανατο? 20 χρονια μετα....

Μεσημερι.. Ενοιωθε αδεια,παγωμενη μεσα της. Η κουβερτα που την σκεπαζε, εμοιαζε με το βαρυ πεπλο  θλιψης ,που την ειχε τυλιξει εξωτερικα. Περιεργη αισθηση,πρωτογνωρη.Σκεφτοταν συνεχως.Τι εγινε ,τι εφταιξε ,γιατι.. Αισθανθηκε ξαφνικα τοσο ασχημα  ,ενα  βαρος πρωτογνωρο και αυτο το ''ασχημα'' ηταν κατι το απροσδιοριστο. Μονο οποιος το εχει νοιωσει, θα μπορουσε να το κατανοησει.. Δεν περιγραφεται με λογια, δεν αποκωδικοποιειται  με λεξεις.. Τα ματια εκλεισαν .δεν κοιμηθηκε,,δεν νυσταζε αλλωστε. Στιγμιαια αισθανθηκε ,..την απωλεια της υλης. Ελαφρια ,χωρις ανασα καμμια.. Βρεθηκε  ψηλα ,αιωρουμενη ..στο μεσον περιπου του υψους του δωματιου.. στο  ψηλοταβανο πατρικο ,  ηταν  σχεδον μια χεριά αποσταση απ το ν αγγιξει το ταβανι... Στο σημειο που βρισκοταν ομως υπηρχε τρυπα.Ενας  μεγαλος  σωληνας, που εξεπεμπε  φως..λευκο  φως .. ομιχλωδης  αισθηση αλλα ιδιαιτερα ''μεγαλη  λευκοτητα'' σχεδον εκτυφλωτικη.. Σαν  να κοιτας  καταματα  μια λαμπα  φθοριου.Εκεινη ,δεν φορουσε  ρουχα αλλα δεν ηταν  γυμνη.. δεν  ειχε αισθηση  γυμνιας .Αναλαφρη και χαρουμενη που μπορουσε να ιπταται...ετσι αισθανοταν ..ΚΑΙ εβλεπε..παρατηρουσε ..χωρις   συναισθημα αλλο  παρα  μοναχα την απορια πως γινεται  να μην πατα  τα  ποδια στο πατωμα ..//// και  τοτε ..ειδε.....ΤΟ ΣΩΜΑ της.. στο κρεβατι..  /εβλεπε  τον εαυτο της  σε σταση υπτια, ηρεμο προσωπο ,ματια κλειστα,ακινητο σωμα και χερια που ακουμπουσαν στο σημειο του  στηθους σταυρωμενα. Ουτε καν σκεφτηκε, πως ειχε σταση νεκρου. Απλα ,κοιτουσε παραξενα το  ''εγω της''. ΚΑΙ γυρω τον χωρο..την καθε λεπτομερεια απο το δωματιο. Εστιασε, την τελευταια ματια στην παλια βιβλιοθηκη...οταν  αρχισε να συνειδητοποιει , οτι  αργα αλλα σταθερα ανεβαινε...ολο  και πιο  ψηλα..ολο πιο κοντα  στο ανοιγμα.. ολο κοντυτερα  στο λευκο φως..Μια δυναμη μαγνητικη ,ερημην της ,την τραβουσε προς τα εκει ολο και περισσοτερο. Δ εν  την φοβιζε κατι..ειχε την  περιεργως την ισχυρη πεποιθηση οτι στο ''λευκο''ενυπηρχε μια ηρεμια και γαληνη μια  αηχη  αερινη  μουσικη και ειρηνη...κι ολο πλησιαζε.. κι ολο πιο μακρινο  φαινοταν  το δωματιο και το ''σωμα'' στο κρεβατι.. Και  ξαφνικα ,εντελως ξαφνικα..σκεφτηκε..? ενοιωσε?... /μια λυπη.. /ηθελε ακομα το  χωρο της ,τους δικους της ,το ξανθομαλλο κοριτσι που πριν λιγο  μεσα του ''ζουσε''../Αστραπιαια σκεφτηκε με ενα πανικο''οχι,δεν ειναι η ωρα μου ακομα'' και  τοτε ,κατι την  ''ρουφηξε''  πισω στο σωμα που κειτονταν στο κρεβατι./ Δεν ενοιωθε τιποτα.ουτε πονο, ουτε λυπη . Μονο μια τρομαρα, για το τι ειχε συμβει.. Δεν  αναφερε το συμβαν σε κανεναν.Μονο ,μετα απο πολλα χρονια ,σε καποιους φιλους ,πηρε το θαρρος να το εξιστορησει. Ακομα και σημερα δεν την πολυαπασχολει τι ακριβως συνεβη εκεινο το μεσημερι..  Εμαθε ομως κατι  για τον εαυτο της. Δεν ειναι προφανως ο θανατος ενα τραγικο  γεγονος(ισως) Η τραγικοτητα  (για εκεινην..)   η και ο ''φοβος''βρισκεται στον  χωρισμο απο εκεινους που αγαπα.. Εξωσωματικη  εμπειρια ? η απλα  ενα ονειρο? Αυτο που εμαθε, ειναι  οτι , δεν την φοβιζει ο θανατος  τελικα,αλλα  το αντιστροφο..Την φοβιζει ,πολλω  δε μαλλον  , Η ΖΩΗ ..../////// χωρις αυτους που αγαπα..//Η αξια του γεγονοτος, εγκειται περισσοτερο στην αποφυγη του αισθηματος τρομου για ''το μετα''   αλλα και  στην αυτογνωσια που απεκτησε αντικρυζοντας τους πραγματικους ενδομυχους φοβους της.

«από λύπην υπάρχουμε»

Μεγάλη Εβδομάδα: «από λύπην υπάρχουμε» «Ημέρα ανθρώπου, ημέρα θλίψεως…» (Βύρων Λεοντάρης).... Μια κλωστή ποίησης, μια χορδή συγκίνησης διαπερνούσε πάλαι ποτέ τη Μεγάλη Εβδομάδα μας. Και μια θεσπέσια μουσική των θλιμμένων ύμνων της έραινε την παιδική μας ...αθωότητα. «Τω καιρώ εκείνω», τότε που «αι γενεαί πάσαι ύμνον την ταφή σου…», τότε που σχολιαρόπαιδα ντυμένα με το κοντό παντελονάκι και το πολύχρωμο πουκαμισάκι της άνοιξης στριμωχνόμασταν, κρατώντας το βιβλιαράκι του «Επιτάφιου θρήνου», για το ποιος θα πιάσει την καλύτερη θέση να ψάλλουμε με σέβας και μ’ ένα ρίγος που μας διαπερνούσε, με μια εξαίσια «φάλτσα» φωνή, μέσα στο κατανυκτικό αχνό φως των κεριών: «Η ζωή πώς θνήσκεις; Πώς και τάφω οικείς;…Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;...». Βαθιά εντυπωμένη μέσα μου ακόμη η φωνή, θρηνητική κραυγή, του παπά από την ωραία πύλη, τη φοβερή στιγμή της κορύφωσης του θείου πάθους: «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…». Και κένταγε τα σπλάχνα μας η λύπη, γιατί εξανθρωπίζαμε το Χριστό, τον κάναμε ολότελα δικό μας, πατέρα, μάνα, αδερφό, αγαπημένο φίλο, και ο καθένας κείνη τη στιγμή θρηνούσε μέσα του το δικό του εσταυρωμένο, το δικό του ενταφιασμένο. (Γι αυτό ποτέ μην κακολογείτε και μην περιφρονείτε κείνες τις ολόμαυρες γυναίκες με τα βαθουλωμένα από τη λύπη μάτια τους, όταν τις βλέπετε σκυφτές, με βιαστικό βήμα να τρέχουν στους εσπερινούς και στα ψυχοσάββατα, γιατί τους νεκρούς τους βιάζονται να προλάβουν να θρηνήσουν). Κι ύστερα τη Μ. Παρασκευή από νωρίς το πρωί κοριτσόπουλα κι αγόρια, παρέες παρέες, να τρέχουμε στους αγρούς να μαζέψουμε αγριολούλουδα για το στολισμό του Επιτάφιου με συνοδεία το θλιβερό ήχο της καμπάνας. Και γύρω μας και εντός μας η άνοιξη ανθισμένη, ανθισμένα και τα πρώτα μας ερωτικά σκιρτήματα. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κανείς θρήσκος για να νιώσει το μεγαλείο της λύπης του Μεγαλοβδόμαδου, φτάνει να έχει ακόμα ανθρώπους μέσα του, ζωντανούς και νεκρούς, να κλει’ μέσα του τους δικούς του Χριστούς. Και να συνεχίζει να ανάβει το κεράκι του στο ξωκλήσι του αγίου Λύπιου: «ζήτα το δάκρυ να ελεήσει τα ξερά σου μάτια/ κλάψε να πλύνεις το κορμί σου από τις λάσπες και τα εγκώμια…» (Β. Λεοντάρης). Δυστυχώς στις μέρες μας ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο, βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά, κι απωλέσαμε τη θεσπέσια υμνωδία της λύπης, τη Μεγάλη Εβδομάδα μας. Μα ό,τι κι αν δηλώνουμε σήμερα, άθεοι ή αγνωστικιστές, από την Ορθοδοξία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Έχουμε μια στενή βιωματική σχέση μαζί της, είναι διαποτισμένη στα κύτταρά μας, καθότι, ιδιαιτέρως στην παιδική μας ηλικία, ο ναός στο χωριό ή στη γειτονιά της πόλης υπήρξε και είναι ακόμα και σήμερα (τουλάχιστον στη μνήμη μας) σημείο αναφοράς της ίδιας της ζωής μας: από το παιχνίδι στον αυλόγυρο της εκκλησίας στα βαφτίσια, στους γάμους και στις κηδείες. Γι αυτό δες τε πως «έκλεψαν» (εμπνεύστηκαν) δυο άθεοι ποιητές από το θρήνο της Μεγάλης Εβδομάδας: «Γιε μου, ποια Μοίρα στο ‘γραψε και ποια μου το ‘χει γράψει/ τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθια μου να ανάψει;…» (Επιτάφιος, Γιάννης Ρίτσος). «Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου/ άνοιξη μου γλυκιά , γυρισμό που δεν έχεις/ η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου/ δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου;» (Η μάνα του Χριστού, Κώστας Βάρναλης). «Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;/ Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφή ερημική;/ Ξέρω πως θα ‘χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή/ που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις» (Οι πόνοι της Παναγίας, Κώστας Βάρναλης). Ποια απ’ τα παιδιά μας σήμερα, απ’ τους νέους μας, παρά την τόση πληροφόρηση, γνωρίζει το Ρωμανό το Μελωδό, τον Ιωάννη το Δαμασκηνό; Κι εμείς δε γνωρίζαμε τα ονόματα των μεγάλων υμνωδών, μα είμαστε τυχεροί, γιατί αξιωθήκαμε να κοινωνήσουμε και να βιώσουμε την ποιητική και μουσική στίλβη (λάμψη) των ύμνων τους. Πρώτη και μέγιστη η ευθύνη των ταγών της εκκλησίας γι αυτή την αποξένωσή μας. Αφ’ ότου ενέσκηψε η «πρόοδος» και στους ναούς, χάθηκε και η μαγεία της υμνωδίας. Τα μεγάφωνα, οι ηλεκτρικές καμπάνες, ο λουσάτος φωτισμός, η επιδειξιμανία της ένδυσης, ο έκδηλος νεοπλουτισμός καθώς και άλλα δρουν αποτρεπτικά στο στοχασμό και στην κοινωνία της χαρμολύπης. Και όπως γράφει ο Γ. Κοροπούλης στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας (11-4-08) «Το κομμένο νήμα της ποίησης (των ύμνων) μπλέκεται τώρα με φανταιζί και μαύρες κλωστές υφαίνοντας τα πεποικιλμένα άμφια και το ανούσιον του θεάματος που οι πιστοί τηλεθεατές θα καταναλώσουν». Γιάννης Π. Τζήκας